Καλώς ήρθατε στο φόρουμ των Ανεμολογιτών
 
ΦόρουμΦόρουμ  ΗμερολόγιοΗμερολόγιο  ΕικονοθήκηΕικονοθήκη  Συχνές ΕρωτήσειςΣυχνές Ερωτήσεις  Κατάλογος ΜελώνΚατάλογος Μελών  Ομάδες ΜελώνΟμάδες Μελών  ΑναζήτησηΑναζήτηση  ΕγγραφήΕγγραφή  Σύνδεση  

Μοιραστείτε | 
 

 ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Πεμ 1 Νοε - 2:12:41



Ο Λύκος και το αγόρι

Παγκόσμιο, λαϊκό παραμύθι άγνωστης προέλευσης






ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας λύκος που ζούσε μόνος, ολομόναχος. Όλοι οι άλλοι είτε είχαν αιχμαλωτισθεί, είτε τους είχαν σκοτώσει, είτε τους είχαν διώξει μακριά. Αυτός ήταν ο τελευταίος λύκος που απόμεινε. Κι έκανε όλα τα συνηθισμένα πράγματα, που κάνουν οι λύκοι. Ζούσε σε μια σπηλιά ψηλά στους λόφους, έκανε επιθέσεις στα κοπάδια αλλά και σε περιπλανώμενα ζώα. Κάπου-κάπου κατέβαινε και μέχρι το χωριό σπέρνοντας τον τρόμο. Αυτές οι επισκέψεις έδωσαν την αφορμή για διάφορες ιστορίες: μυτερά δόντια, αίμα, πεινασμένα φλογερά μάτια, κι ένα σωρό άλλες διηγήσεις που τον έκαναν να αποκτήσει φήμη στην περιοχή!



Εκείνο όμως που ήταν χειρότερο απ' όλα, και που ανάγκαζε τους κατοίκους να κρύβονται κάτω από τα κρεβάτια τους, ήταν το ουρλιαχτό του τις νύχτες που το φεγγάρι γέμιζε. Στεκόταν ψηλά στο λόφο κοιτάζοντάς το και ούρλιαζε με τέτοιο τρόπο που μόνο ένα κτήνος, μια βασανισμένη ψυχή μπορούσε να κάνει. Όλοι έτρεμαν τότε. Όλοι εκτός από έναν.



Στο χωριό ζούσε ένα αγόρι που ήταν διαφορετικό απ' όλους. Ένα αγόρι που σκεφτόταν και συμπεριφερόταν αλλόκοτα. Ούτε οι ίδιοι οι γονείς του δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Κι έτσι κανείς δεν το φρόντιζε. Όταν ο μικρός άκουσε το ουρλιαχτό του λύκου και ενώ ήξερε τις φρικιαστικές ιστορίες, για τα δόντια του, για τα μάτια του, για το αίμα, αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθει για ποιο λόγο ουρλιάζει έτσι το ζωντανό! Τίποτε δεν τον πτοούσε!



Κι έτσι μια ημέρα, πριν τα χαράματα κίνησε να πάει εκεί που του είχαν πει ότι κρυβόταν ο λύκος. Ήταν δρόμος πολύς κι απότομος, αλλά το αγόρι δεν πήρε ραβδί, δεν φόρεσε καπέλο για να προστατευθεί από τη ζέστη και παρ' όλο το επικίνδυνο ταξίδι του, δεν πήρε ούτε όπλο για να υπερασπιστεί το εαυτό του. Αν και ο τόπος ήταν άγονος και ξερός το αγόρι δεν πήρε μαζί του ούτε νερό ούτε φαΐ. Κι αν και ποτέ δεν είχε ταξιδέψει, δεν προμηθεύτηκε ούτε ένα χάρτη. Μόνο το δρόμο της καρδιάς του ακολούθησε.



Μετά από μιας μέρας ποδαρόδρομο, άρχισε να πεινάει και να διψάει. Όταν έπεσε η νύχτα ξάπλωσε κάτω από τα δέντρα να ξεκουραστεί. Για μια στιγμή μάλιστα σκέφτηκε να τρέξει να γυρίσει πίσω στο χωριό αλλά ήξερε πως δεν έπρεπε. Έτσι κάθισε εκεί και τελικά τον πήρε ο ύπνος. Στα όνειρά του, το φεγγάρι έλαμπε σαν ασήμι στις παγωμένες πέτρες, ο αέρας ήταν δυνατός και διαπεραστικός και η φωνή του λύκου ακούστηκε να τον φωνάζει σ' όλη την περιοχή.



Όταν ξημέρωσε, το αγόρι αναρωτιόταν αν είχε δει όνειρο ή αν όλα ήταν πραγματικά. Συνέχισε το δρόμο του πιο πεινασμένος, πιο διψασμένος και πιο κουρασμένος. Η πορεία όσο πήγαινε και δυσκόλευε. Ο ήλιος τον ζέσταινε όλο και πιο πολύ. Τότε το αγόρι αντίκρισε ένα σμήνος πουλιών να παίζει σε μια λίμνη έξω από το δρόμο. Όρμηξε με μιας στο νερό και ήπιε τόσο πολύ που φούσκωσε. Τα πουλιά τον παρακολουθούσαν από τα κλαδιά των δέντρων. Εκείνος όταν ξεδίψασε, κατάλαβε ότι τους χάλασε το παιχνίδι και γυρνώντας προς το μέρος τους, τα ευχαρίστησε, τους χαμογέλασε κι έφυγε, συνεχίζοντας το δρόμο του.



Αν όμως η δίψα του σβήστηκε, η πείνα δεν τον εγκατέλειψε. Εξαντλημένος έκατσε κάτω από ένα δέντρο περιμένοντας το τέλος του. Και τι θα γινόταν αν δεν σηκωνόταν ποτέ ξανά; Τίποτα. Κανένας δεν θα τον έχανε ή δεν θα ερχόταν να τον βρει. Αλλά κάτι του έλεγε ότι αυτό δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού του. Αν δεν έπρεπε να συνεχίσει, τότε γιατί ο λύκος τον φώναξε έτσι τη νύχτα; Και έτσι αποφάσισε να προχωρήσει γνωρίζοντας τις δυσκολίες που θα έβρισκε.



Έκπληκτος τότε βλέπει κάτι θάμνους φορτωμένους με μούρα. Όρμηξε και άρχισε να κόβει και να τρώει, να κόβει και να τρώει γλυκά ώριμα μούρα. Ξαφνικά, του κόπηκε η ανάσα. Ένα τριχωτό μεγάλο ζώο τον κοιτούσε. Μια αρκούδα στεκόταν, θεόρατη, μπροστά του κοιτώντας τον στο στόμα που ήταν ακόμη γεμάτο από μούρα. Το αγόρι πάγωσε. Όταν όμως κατάλαβε ότι η αρκούδα ενδιαφερόταν μόνο για τα μούρα, επειδή πεινούσε όπως κι ο ίδιος, χαλάρωσε, της χαμογέλασε κι άρχισε να τρώει μαζί της. Όταν χόρτασε καλά-καλά, τη χαιρέτισε κι έφυγε.



Ο δρόμος πιο κάτω έγινε πολύ δύσκολος, το αγόρι κουράστηκε κι άρχισε να αναρωτιέται πότε θα φτάσει στη φωλιά του λύκου. Ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο. Μια πέτρα που κύλησε στα πόδια του τον έκανε να κατατρομάξει και η καρδιά του πάγωσε. Δεν ήταν όμως ο λύκος. Ένα νεαρό αρσενικό ελάφι ήταν μονάχα, που τα κέρατά του μόλις είχαν αρχίσει να φυτρώνουν στο κεφάλι του. Κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα, μέχρι που το αγόρι συνειδητοποίησε ότι εκείνος που κινδύνευε ήταν το ελαφάκι κι όχι ο ίδιος. «Να είσαι προσεκτικός» του είπε, «εδώ τριγυρνάει μια αρκούδα κι ένας λύκος. Εγώ αυτόν το λύκο ψάχνω. Εσύ δεν πρέπει να τον συναντήσεις».



Έτσι το αγόρι συνέχισε το δρόμο του και το νεαρό ελάφι εξαφανίστηκε χοροπηδώντας στα βράχια. Εκεί κρύφτηκε μέχρι να μεγαλώσει και να γίνει τόσο δυνατό ώστε να μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι σε μια αρκούδα ή ένα λύκο. Όπως τα σκεφτόταν όλα αυτά, άρχισε να πέφτει πάλι η νύχτα, η πορεία δυσκόλευε, κι αυτός πλέον ήταν ακάλυπτος μέσα στο δρόμο που απλωνόταν χωρίς βράχια και χωρίς δέντρα γύρω. Τότε αναρωτήθηκε πόσο σοφό ήταν να φτάσει μέχρι εδώ.







Ξαφνικά μια σκιά έκοψε το φεγγάρι στη μέση. Η καρδιά του φτερούγισε, το μυαλό του ένιωσε να φεύγει, αλλά τα μάτια του έμειναν προσηλωμένα εκεί, περιμένοντας να εμφανιστεί ξανά η σκιά. Περιμένοντας ήσυχα-ήσυχα ένα άλλο σημάδι, ήρθε σύντομα η ανταμοιβή του. Μια σκιά κινήθηκε μπροστά του, που αμέσως έγινε ζωντανή με σάρκα και αναπνοή. Εκεί με τέσσερα πόδια, με φωτεινό βλέμμα, με ένα κεφάλι σαν πέτρα στεκόταν ο λύκος!



Το αγόρι δεν μπορούσε πια να κινηθεί. Τα κόκκινα μάτια, η μεγάλη γλώσσα, τα τεράστια νύχια, πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του. Όμως, παρατηρώντας, δεν είδε τίποτε απ' αυτά. Αντίθετα θυμήθηκε το τραγούδι που τον έφερε μέχρι εδώ και τον νυχτερινό, απόμακρο τραγουδιστή, που τώρα τον είχε μπροστά του και αισθανόταν την καυτή του ανάσα. Και καθώς στάθηκε, κοιτάζοντας στα μάτια το λύκο, η καρδιά του επανήλθε στο ρυθμό της και ο φόβος του εξατμίστηκε. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα όταν συνειδητοποίησε για ποιο λόγο είχε έρθει εδώ.



Ήξερε εκείνη τη στιγμή τι έψαχνε να βρει και τι είχε ακούσει στο ουρλιαχτό του λύκου. Ήξερε τι τον αγκάλιασε εκείνο το βράδυ, όταν άγρυπνος και μόνος στο κρεβάτι άκουσε το λύκο. Ήξερε πια ότι το τραγούδι, το ουρλιαχτό, ήταν μια κραυγή για ένα τέλος στη μοναξιά. Και έτσι, το αγόρι αντιμετώπισε το λύκο και του μίλησε με το χαμόγελο του. Εκείνη την στιγμή, το αγόρι και ο λύκος ήταν μια καρδιά.



Λέγεται ότι το αγόρι δεν ξαναγύρισε ποτέ πίσω στο χωριό. Κανένας δεν μπορεί πραγματικά να είναι βέβαιος για τη μοίρα του. Υπάρχει μια ιστορία, που διηγείται ένας νεαρός κυνηγός που χάθηκε κάποτε στο δάσος κυνηγώντας ένα ελάφι. Είχε δει, είπε, ένα αγόρι κι ένα λύκο να κοιμούνται αγκαλιασμένοι στα δέντρα. Φοβούμενος ότι θα τον κατασπάραζε ο λύκος δεν τόλμησε να ... ελευθερώσει το παλικάρι. Κι έτσι γύρισε άπραγος. Άλλοι γέλασαν, άλλοι έκλαψαν και άλλοι φοβήθηκαν με την ιστορία. Όπως και να 'χει κάποιοι άλλοι, σίγουρα θα έπαιρναν το δρόμο για να συναντήσουν το παράξενο και άγριο ντουέτο να τραγουδά πέρα μακριά, κάτω από το ασημένιο φως, ενός γεμάτου φεγγαριού.-


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:32:36, 4 φορές συνολικά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Βάνιας

avatar

Άντρας Αριθμός μηνυμάτων : 40
Ηλικία : 32
ΤΟΠΟΣ : Αθήνα
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Πεμ 1 Νοε - 23:09:59

Alex....πραγματικά πολύ καλό...king
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Παρ 2 Νοε - 1:23:29

H Λύκαινα

Κροατία


ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΠΟΤΕ ένας μύλος που δεν τον πλησίαζε κανείς, επειδή εκεί κατοικούσε μόνιμα ένας θηλυκός λύκος. Μόνο ένας στρατιώτης, πήγε μια φορά εκεί για να κοιμηθεί. Άναψε φωτιά, ανέβηκε πιο πάνω, στη σοφίτα, άνοιξε μια τρύπα στο πάτωμα, με ένα μεγάλο ξυλοτρύπανο, και έκατσε εκεί να κρυφοκοιτάζει.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και κατέφθασε μια λύκαινα. Αφού κοίταξε γύρω της και δεν βρήκε κάτι να φάει, πλησίασε στη φωτιά και είπε: «Προβιά πέσε! Προβιά πέσε! Προβιά πέσε!». Σηκώθηκε στα πίσω πόδια της, και τότε η προβιά της έπεσε, με μιας, στο πάτωμα. Εκείνη τη μάζεψε και μόλις την κρέμασε σε ένα ξύλινο κρεμαστάρι, από το σώμα της αναδύθηκε μια λυγερή κοπέλα.

Το κορίτσι πήγε και ξάπλωσε κοντά στη φωτιά. Όταν την πήρε ο ύπνος, ο στρατιώτης, που την παρακολουθούσε όλη αυτήν την ώρα, κατέβηκε από τη σοφίτα, άρπαξε το τομάρι και το κάρφωσε γρήγορα στη ρόδα του μύλου. Μετά ξαναγύρισε φωνάζοντας: «Καλημέρα, δεσποινίς! Τι κάνετε;». Εκείνη τότε άρχισε να ουρλιάζει: «Προβιά έλα σε μένα! Προβιά έλα σε μένα! Προβιά έλα σε μένα! ». Μάταια όμως! Το τομάρι δεν μπορούσε να κατέβει, γιατί ήταν καρφωμένο.

Ο στρατιώτης και η κοπέλα παντρεύτηκαν κι απέκτησαν δύο γιούς. Όταν μια μέρα ο μεγαλύτερος άκουσε τυχαία, ότι η μάνα του ήταν λύκος, έτρεξε και της είπε: «Μαμά! Μαμά! Έχω ακούσει ότι είσαι λύκος.» Η μάνα του, τού απάντησε τότε: «τι αηδίες είναι αυτές που λες! Πώς σου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να είμαι λύκος;»

Ένα πρωί, ο μικρός παρακάλεσε τον πατέρα του, να πάνε μαζί στο χωράφι. Έτσι κι έγινε. Σαν έφτασαν εκεί, γυρνάει και ρωτάει τον πατέρα του: «Μπαμπά, είναι αλήθεια ότι η μάνα μας είναι λύκος;». «Ναι, αλήθεια είναι» του απάντησε εκείνος. «Και που είναι η προβιά της; Δεν υπάρχει;», συνέχισε. «Στη ρόδα του μύλου είναι καρφωμένη», του λέει τότε ο πατέρας του.



Όταν τέλειωσαν τις δουλειές τους και γύρισαν στο σπίτι, μπήκε πρώτος ο μικρός φωνάζοντας: «Μαμά! Μαμά! Είσαι λύκος! Ξέρω που είναι και η προβιά σου!». «Και που είναι η προβιά μου;», τον ρώτησε αμέσως εκείνη. «Στη ρόδα του μύλου είναι καρφωμένη, μαμά». «Σ΄ ευχαριστώ, γιόκα μου, που μ΄ έσωσες», του είπε εκείνη, κι από τότε έφυγε μακριά και κανείς δεν ξανάκουσε γι΄ αυτήν.



Η Λύκαινα, φυσικά, είναι μια παραλλαγή από τους πολλούς μύθους περί λυκανθρωπίας που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη.
Στην εικόνα έργο του Pollock Jackson, Η Λύκαινα (1943). Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, Νέα Υόρκη


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 17:06:04, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Dear CL

avatar

Άντρας Αριθμός μηνυμάτων : 21
Registration date : 31/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Παρ 2 Νοε - 1:27:01

Μπράβο ρε αλέκο. Υπέροχες ιστορίες!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://anemologio-skai.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Παρ 2 Νοε - 1:42:07

Ευελπιστώ να αντέξω σε ένα την ημέρα. Κι όταν οι λύκοι "εξαντληθούν" θα αναζητήσω τα .. θύματά τους. Σας ευχαριστώ και τους δυο για τα σχόλια, αλλά και τους υπόλοιπους για την ανάγνωση.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Παρ 2 Νοε - 20:49:55

Ankakumikaityn, ο Λύκος - νομάς

Σιβηρία



ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ η αλεπού άκουσε τον Ankakumikaityn το λύκο, που τριγυρνούσε συνεχώς πότε από 'δω κι πότε από 'κει, να φλερτάρει με τη μεγαλύτερη από τις δυο σκύλες που έμεναν δίπλα της, μαζί με τ΄ αδέλφια τους. Η πανούργα σκέφτηκε λοιπόν, ότι ήταν ευκαιρία να πάρει κι αυτή κάτι από το πλούσιο βιός των γειτόνων της. Έτσι ντύθηκε λύκος με μια γκρίζα κάπα, μπότες και γούνα και περίμενε την ώρα να φύγουν τα αρσενικά για να βρει μόνες τις δυο αδελφές.

[color=white]«Έχω δύο κοπάδια με παχουλούς τάρανδους», καμάρωνε η αλεπού-ψευτόλυκος, ρουφώντας το αρωματικό τσάι που της είχαν προσφέρει οι αδελφές. Και συνέχισε «Ήρθα εδώ για να ζητήσω το χέρι σας». Τότε τα κορίτσια σέρβιραν διάφορα κρέατα, ταράνδου, αλόγου αλλά και παστά ψάρια και χίλια δυο καλά. Η πονηρή αλεπού όμως φοβούμενη ότι θα προδοθεί αν αρχίσει να τρώει, προφασίστηκε ότι τα πλούτη που έχει δεν επιτρέπουν να κάνει… καταχρήσεις.

Ξαφνικά από μακριά ακούστηκαν τα αρσενικά σκυλιά. «Είναι τα αδέλφια μας που επιστρέφουν από το κυνήγι!», είπε η μεγαλύτερη σκύλα. «Ω! οι αγαπητοί μου, αναφώνησε τότε η αλεπού, θα φοβίσουν τους ταράνδους μου, γι' αυτό τρέχω να τους προειδοποιήσω», κι έφυγε τρέχοντας.

Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από το σπίτι, έβγαλε γρήγορα-γρήγορα τη στολή της και έτρεξε στον κοντινό λόφο. Εκεί άρχισε να κουνάει τα βράχια και σπρώχνοντας τα στη βουνοπλαγιά, κατάφερε να συνθλίψει όλα τα αρσενικά σκυλιά.

Έχοντας τη βεβαιότητα ότι κανένα δεν γλίτωσε, ξαναφοράει τη στολή και γυρνάει στο σπίτι των σκύλων για να τελειώσει το τσάι της, διηγούμενη μάλιστα και διάφορες αστείες ιστορίες. Όταν νύχτωσε, η αλεπού έφυγε, αλλά ενώ οι αδελφές ασχολιόντουσταν με το νοικοκυριό, γύρισε κρυφά, έκλεψε όλες τις προμήθειες τους κι έγινε καπνός!

Πρωί-πρωί οι αδελφές σαν αντίκρισαν ότι όχι μόνο έλειπαν οι προμήθειές τους, αλλά και τα αδέλφια τους, βγήκαν στην κοιλάδα κι άρχισαν να ψάχνουν. Σαν είδαν τα φτωχά σκυλιά νεκρά άρχισαν να κλαίνε με απελπισία. Ποιος μπορεί να μας έκανε τέτοιο κακό; έλεγαν και ξαναέλεγαν... Να πάμε στον Ankakumikaityn να μας βοηθήσει ..

Ο λύκος όταν άκουσε τα γεγονότα από τις αδελφές, μπερδεύτηκε! «Εγώ δεν σας επισκέφθηκα χθες», φώναξε έκπληκτος! Δεν χρειαζόταν και πολύ για να καταλάβουν τότε την πλεκτάνη που τους έστησε η αλεπού. Με τη βοήθεια του λύκου αποφάσισαν, με μιας να πάρουν την εκδίκηση τους

Την επόμενη ημέρα, η αλεπού, χωρίς να ξέρει ότι όλα έχουν αποκαλυφθεί, ντύθηκε πάλι λύκος κι επισκέφθηκε τις αδελφές. Αυτήν τη φορά όμως εκείνες την περίμεναν... και την ώρα που η πονηρή άρχισε τις διασκεδαστικές ιστορίες της, εισβάλλει μέσα ο λύκος και την αρπάζει.






«Τι να τον κάνουμε τον αχρείο;» ρωτάει η μια αδελφή το λύκο. «Να τον βάλετε σε ένα σάκο και να τον αμολήσετε στη ντούνδρα», απάντησε εκείνος. Η φτωχή αλεπού λιποθύμησε από το φόβο της σκεφτόμενη μόνο τι την περιμένει. Τότε η μικρότερη σκύλα μάζεψε χαμόκλαδα και βάζοντας τους φωτιά πετάει την αλεπού στη μέση. Όταν αυτή κατάφερε να βγει από τη φλεγόμενη στολή του λύκου, πήρε δρόμο κι άρχισε να τρέχει φλεγόμενη στην κοιλάδα, μοιάζοντας από μακριά με φανάρι! Ικανοποιημένοι όλοι μπήκαν ξανά στο σπίτι.

Ο Ankakumikaityn παντρεύτηκε με τη μεγαλύτερη από τις δύο και έκαναν μαζί πολλά παιδιά. Την επόμενη χρονιά βρέθηκε σύζυγος και για τη μικρότερη. Από τότε στην τούνδρα άρχιζαν να εμφανίζονται κόκκινες αλεπούδες. Έτσι φαίνεται ότι η πανούργα αλεπού κατάφερε, τελικά, να επιζήσει από τη φωτιά.-

_______________
Η κόκκινη αλεπού ζει σε δασώδεις εκτάσεις και τρέφεται με μικρά τρωκτικά και λαγούς.http://en.wikibooks.org/wiki/Adventist_Youth_Honors_Answer_Book/Nature/Dogs]


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:35:59, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Κυρ 4 Νοε - 3:27:21

Ο Λύκος και η θάλασσα
[b]Haida της βρετανικής Columbia - Καναδάς[/b


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε κοντά στη θάλασσα. Μια μέρα βρήκε δυο μικρούς λύκους στην παραλία και τους πήρε κοντά του.

Όταν τα κουτάβια μεγάλωσαν κι έγιναν σωστοί λύκοι, έχοντας μάθει να κολυμπούν, βουτούσαν κάθε μέρα στη θάλασσα. Και κάθε μέρα έφερναν στον ευεργέτη τους κι από μία φάλαινα.







Όμως μαζευόταν τόσο πολύ κρέας που δεν μπορούσε κανείς να το φάει. Κι έτσι χάλαγε και το αφεντικό τους το πετούσε. Δεν μπορούσε όμως να κάνει τους δυο λύκους να σταματήσουν αυτή τη συνήθεια. Σκέφτηκε λοιπόν, την ώρα που εκείνοι είχαν ανοιχτεί στο πέλαγος, και έφτιαξε ομίχλη.

Οι λύκοι τότε δεν μπορούσαν να βρουν ούτε φάλαινες αλλά ούτε το δρόμο για το σπίτι που μεγάλωσαν. Έπρεπε να μείνουν στη θάλασσα για πάντα. Κι έτσι έγιναν θαλάσσιοι λύκοι (όρκες).-

__________________________
Στην εικόνα: Όρκα. Χειροποίητο γλυπτό αυθεντικής τεχνοτροπίας των αυτόχθονων Αμερικανών. Έργο του Gary Baker της φυλής Squamish, κατοίκου του Βανκούβερ.

Διαβάστε σχετικά με τη φάλαινα όρκα:
http://en.wikipedia.org/wiki/Orca
http://home.earthlink.net/~projseawolf/


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:38:42, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Δευ 5 Νοε - 20:00:40

Νορβηγικό Παραμύθι

Sir Geroge Webbe Dassent (1817-1896)




ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας βασιλιάς που είχε επτά γιους, τους οποίους υπεραγαπούσε. Όταν οι έξι μεγάλωσαν έφυγαν, με τα έξι άλογα που τους έδωσε ο βασιλιάς. Ταξιδεύοντας γνώρισαν και παντρεύτηκαν τις έξι κόρες ενός άλλου βασιλιά, ξεχνώντας όμως τον πατέρα τους και το μικρότερο αδελφό τους.

Τα έξι ζευγάρια πέρασαν μια φορά για κακή τους τύχη έξω από το σπίτι ενός γίγαντα. Εκείνος τότε τους μεταμόρφωσε σε πέτρες. Ο πατέρας και ο αδελφός των αγοριών, περίμεναν μάταια την επιστροφή τους. Ο μικρός βλέποντας τη θλίψη του πατέρα του, τον παρακάλεσε να τον αφήσει να πάει τους βρει. Ο πατέρας αρνήθηκε γιατί φοβήθηκε μη χάσει και το στερνοπούλι του. Εκείνος όμως επέμενε τόσο πολύ ώστε στο τέλος τον έπεισε. Ο βασιλιάς αναγκάστηκε να υποχωρήσει και μη έχοντας άλλο άλογο του έδωσε το γέρικο το δικό του. «Άντε πατέρα και σου υπόσχομαι να φέρω πίσω τα αδέλφια μου», του είπε ο μικρός αποχαιρετώντας τον.

Στο δρόμο ήρθε αντιμέτωπος με ένα κοράκι που ήταν τόσο πεινασμένο ώστε δεν του έκανε καρδιά να το διώξει. «Αγαπητέ μου φίλε αν μου δώσεις τροφή θα σε βοηθήσω στο πρόβλημα σου», είπε το κοράκι. «Δεν έχω πολλά τρόφιμα και δεν βλέπω πως μπορείς να με βοηθήσεις, αλλά θα σου δώσω γιατί βλέπω πως πεινάς» του απάντησε ο πρίγκιπας. Έτσι το κοράκι χόρτασε.

Πηγαίνοντας παρακάτω βλέπει κοντά σε ένα ποταμάκι έναν σολομό που είχε βγει από το νερό και δεν μπορούσε να ξαναμπεί. «Αγαπητέ μου φίλε αν με σπρώξεις στο νερό θα σε βοηθήσω στο πρόβλημα σου», είπε τότε ο σολομός. «Καλά», είπε ο πρίγκιπας, «αν και δεν μπορείς να με βοηθήσεις σε λυπάμαι πολύ και θα σε ρίξω πίσω, στο νερό». Όπως κι έκανε.

Μετά από αρκετό δρόμο, ο πρίγκιπας συνάντησε ένα λύκο που ήταν τόσο πεινασμένος, ώστε σερνόταν με την κοιλιά του στο δρόμο. «Αγαπητέ μου φίλε, άσε με να φάω το άλογό σου. Έχω να φάω εδώ και δύο χρόνια και ο αέρας έχει γεμίσει τα σωθικά μου». «Αυτό αποκλείεται», του λέει ο πρίγκιπας, «Το κοράκι μου πήρε τα τρόφιμα, το σολομό τον λυπήθηκα, και τώρα εσύ θες να φας και το άλογο μου! Πρέπει τέλος πάντων να έχω κάτι για να ταξιδεύω». «Αγαπητέ μου φίλε, μπορείς να με βοηθήσεις», συνέχισε ο λύκος, «Κι εγώ τότε θα σε πάρω στην πλάτη μου να ταξιδέψεις και θα σε βοηθήσω στο πρόβλημά σου». «Καλά του απάντησε ο πρίγκιπας. Αν και δεν μπορείς να με βοηθήσεις και πολύ, βλέπω ότι η ανάγκη σου είναι μεγάλη. Ας είναι!» Και του έδωσε να φάει το άλογο του.

Έτσι όταν ο λύκος χόρτασε, ο πρίγκιπας του πέρασε τη σέλα και τα χαλινάρια και με τη δύναμη που είχε αποκτήσει άρχισαν να τρέχουν πολύ γρήγορα. «Σε λίγο θα σε πάω στο σπίτι του γίγαντα», είπε ο λύκος. Πράγματι μετά από λίγο του λέει: «Δες εδώ είναι το σπίτι του γίγαντα, εδώ είναι και τα έξι αδέλφια σου με τις γυναίκες τους, που ο γίγαντας μετέτρεψε σε βράχους. Αν προσέξεις καλά, εκεί υπάρχει μια πόρτα. Αυτήν την πόρτα πρέπει να διαβείς». «Όχι, είπε ο πρίγκιπας, φοβάμαι να πάω, μήπως χάσω κι εγώ τη ζωή μου», «Μη φοβάσαι, του είπε ο λύκος. Εκεί θα βρεις μια πριγκίπισσα που θα σου πει τι πρέπει να κάνεις για να σκοτώσεις το γίγαντα».




Ο νέος πήρε θάρρος και προχώρησε. Όταν έφτασε είδε το γίγαντα από μακριά, αλλά σε ένα από τα δωμάτια συνάντησε μια πριγκίπισσα που πιο όμορφη δεν είχε ξαναδεί. «Ω! από πού ήρθες εσύ; Βοήθεια είσαι από τον ουρανό;», είπε η πριγκίπισσα μόλις τον είδε. «Ήρθες σε σίγουρο θάνατο, κανείς δεν μπορεί να νικήσει το γίγαντα, γιατί δεν έχει καρδιά». «Καλά, καλά» της απάντησε ο πρίγκιπας, «Τώρα που ήρθα εγώ θα προσπαθήσω να σώσω τα αδέλφια μου κι εσένα». «Εντάξει, αν πρέπει έτσι θα γίνει» είπε τότε εκείνη. «Κρύψου κάτω από το κρεβάτι μου, κάνε ότι σου λέω και προσευχήσου».

Έτσι ο μικρός κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι και περίμενε. «Μμμ! Μυρίζει ανθρώπινο αίμα», βρυχήθηκε σε λίγο ο γίγαντας. «Ναι, ναι το ξέρω είπε η πριγκίπισσα. Είναι γιατί μπήκε από την καπνοδόχο ένα κοράκι φέρνοντας ένα ανθρώπινο κόκαλο. Το έβγαλα γρήγορα-γρήγορα αλλά η μυρωδιά έμεινε». Ο γίγαντας δεν ξανασχολήθηκε με το θέμα. Λίγο μετά που ξάπλωσαν το βράδυ η πριγκίπισσα μπόρεσε να του αποσπάσει το μυστικό του. Ο γίγαντας της εκμυστηρεύθηκε ότι η καρδιά του βρισκόταν κρυμμένη στο κατώφλι, πράγμα που άκουσε ο πρίγκιπας. Έτσι, όταν ο γίγαντας έφυγε το πρωί, άρχισαν να σκάβουν και οι δυο να βρουν την καρδιά του. Μάταια όμως. Στο τέλος, φύτεψαν λουλούδια για να σκεπάσουν τα σκαψίματα και περίμεναν ξανά την επιστροφή του γίγαντα.

Όταν γύρισε αυτός μύρισε πάλι άνθρωπο. Η πριγκίπισσα του είπε την ίδια ιστορία με το κοράκι κι εκείνος ησύχασε, αλλά τη ρώτησε για ποιο λόγο φύτεψε τα λουλούδια. Τότε εκείνη του είπε ότι το έκανε από αγάπη για 'κείνον και την καρδιά του. Όμως αυτός της είπε ότι η καρδιά του δεν βρισκόταν εκεί αλλά σε ένα ντουλάπι στον απέναντι τοίχο. Την επόμενη μέρα έψαξαν τα πριγκιπόπουλα, μα η καρδιά δεν βρέθηκε. Επαναλήφθηκαν τα ίδια με τον γίγαντα μέχρι που εκείνος της είπε ότι η καρδιά του βρίσκεται μακριά σε μια λίμνη με ένα νησί. Στο νησί υπάρχει μια εκκλησία, κι εκεί μια λιμνούλα που κολυμπά μια πάπια. Στο αυγό της πάπιας είναι κρυμμένη η καρδιά του!

Μόλις ξημέρωσε ο πρίγκιπας βγήκε κάτω από το κρεβάτι, χαιρέτισε την πριγκίπισσα και πήγε στο λύκο να του πει τα καθέκαστα. Εκείνος τον οδήγησε στο σημείο και του είπε να καλέσει σε βοήθεια το κοράκι και το σολομό. Έτσι κι έγινε. Το κοράκι έπιασε τα κλειδιά της εκκλησίας κι ο σολομός το αυγό. Όταν η καρδιά του γίγαντα έπεσε στα χέρια του πρίγκιπα, εκείνος άρχισε να ουρλιάζει. Ο λύκος τότε είπε στο μικρό: «Πέστου να ζωντανέψει τα αδέλφια σου και τις γυναίκες τους και να ελευθερώσει την πριγκίπισσα. Κι όταν το κάνει σπάσε το αυγό».

Όλα έγιναν όπως ο λύκος είπε, και τα επτά αδέλφια με τις γυναίκες τους γύρισαν στον αγαπημένο τους πατέρα και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.-

__________________________________
Εικόνα: πίνακας του Colan Campbell με τίτλο: Δέντρο, κοράκι, φεγγάρι και λύκος. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα των ζωγράφων-δημιουργών της Arts Coritani στο: http://www.artscoritani.com/


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:41:36, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Τρι 6 Νοε - 23:09:04

Το σκυλί και ο λύκος
Βοημία


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ σε ένα χωριό ζούσε ο Σουλτάνος, ο φύλακας των ζώων μιας οικογένειας. Ο σκύλος όμως κάποτε γέρασε και δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του. Τότε, ο πάτερ φαμίλιας θεώρησε, σωστό να τον διώξει μακριά. Αποκαρδιωμένο το σκυλί, έσκυψε το κεφάλι και σκέφτηκε: «Αυτή είναι η ανταμοιβή μου για την πίστη και τη δύσκολη δουλειά που έκανα; Μετά από τόσα χρόνια που σπατάλησα δουλεύοντας γι΄ αυτούς, με διώχνουν μακριά, χωρίς να μου δώσουν ούτε μια ευκαιρία.. Τώρα το κάνουν∙ τώρα, που γέρασα και είμαι αδύναμος». Έτσι, πικραμένος πήρε δρόμο του αποχωρισμού.
Περιπλανήθηκε πολλές μέρες χωρίς να καταφέρει ο δύστυχος να βρει ένα καταφύγιο. Καταβεβλημένος και αδυνατισμένος πια, από το μακρύ ταξίδι, έφθασε σ΄ ένα δάσος. Ξάφνου, ένας λύκος εμφανίζεται μπροστά στο φτωχό σκυλί, έτοιμος να το κατασπαράξει, φωνάζοντας: «Σταμάτα, γέρο σύντροφε, τώρα σ΄ έχω στο χέρι». Ακούγοντας το λύκο να μιλάει έτσι, ο γέρο Σουλτάνος φοβήθηκε αλλά του είπε: «Αγαπητέ μου φίλε, για πρόσεξέ με καλύτερα κι αμέσως θα σου κοπεί η όρεξη. Θα ήμουν το χειρότερο κοψίδι για σένα, γιατί δεν έχω πια τίποτα άλλο πάνω μου, παρά μόνο κόκαλα. Μπορώ όμως να σε συμβουλέψω».
Ο λύκος του είπε τότε: «Δεν χρειάζομαι καμιά συμβουλή από σένα, αξιοθρήνητο πλάσμα. Ξέρω τι θα πεις ακόμη και πριν μιλήσεις. Να σ΄ αφήσω να ζήσεις θα μου πεις. Όμως, όχι δεν αλλάζω γνώμη. Το ρεζουμέ της υπόθεσης είναι ότι θα σε φάω».
Παρόλο που ο λύκος ήταν αποφασισμένος, το σκυλί επέμενε λέγοντάς του: «Δεν σκέφτηκα να σου ζητήσω να μ΄ αφήσεις να ζήσω, γιατί έτσι κι αλλιώς δε τη θέλω τη ζωή μου πια. Όμως έχω μερικές καλές συμβουλές να σου δώσω. Δεν είναι καλύτερα να πάρω λίγο επάνω μου πριν με φας; Εξάλλου δεν θα στερηθείς εσύ τροφή, εφόσον θα την πάρεις πίσω τρώγοντάς με. Τουλάχιστον έτσι θα κάνεις ένα αξιοπρεπές γεύμα. Τι λες, αδελφέ μου Λύκε;».
Του λύκου του άρεσε πολύ η ιδέα κι αφού το καλοσκέφτηκε, συμφώνησε: «Θα το κάνω, μόνο αν δεν τραβήξει για πολύ. Ακολούθησέ με στη φωλιά μου, να σε παχύνω λίγο..».
Έτσι κι έκανε ο σκύλος. Τον ακολούθησε και πήγε και χώθηκε μαζί του, βαθιά μέσα στο δάσος. Φτάνοντας στη φωλιά, ο Σουλτάνος σύρθηκε μέσα, ενώ ο λύκος έτρεξε να κυνηγήσει, ώστε να τον ταΐσει. Όταν γύρισε, πέταξε το θήραμά του στο σκύλο, που το καταβρόχθισε κυριολεκτικά, νικώντας την πείνα του, μετά από τόσες μέρες νηστείας.
Την άλλη μέρα τον πλησιάζει ο λύκος και του λέει: «Χτες έφαγες εσύ. Σήμερα θα φάω εγώ∙ και για να μην τα ξαναλέμε, ξέρεις τι εννοώ...». «Τι κουβεντιάζεις, τώρα Λύκε;» του απάντησε ο Σουλτάνος, «χτες, μόλις και μετά βίας κατάλαβα ότι κάτι έπεσε στο στομάχι μου».
Η αλήθεια είναι ότι ο λύκος ψιλοενοχλήθηκε, αλλά τι να κάνει; Προκειμένου να απολαύσει ένα πλούσιο γεύμα, ξεκίνησε πάλι να βρει τροφή για το σκύλο. Με παρόμοιες απαντήσεις ο Σουλτάνος ανέβαλε, συνεχώς, το φάγωμά του από το λύκο. Εξάλλου δεν ένιωθε ακόμη αρκετά δυνατός ώστε να τα βάλει μαζί του. Ο λύκος συνέχιζε να κυνηγάει και να φέρνει φαγητό στο σκύλο, με αποτέλεσμα να μένει νηστικός ή να τρώει λίγο.
Έτσι με το πέρασμα των ημερών, ο Σουλτάνος δυνάμωνε και ο λύκος έχανε συνεχώς δυνάμεις. Την έκτη ημέρα ο λύκος πήγε στο σκυλί και του είπε: «Πιστεύω ότι σήμερα είμαστε έτοιμοι πια…». Ο Σουλτάνος δεν έφερε αντίρρηση, αντίθετα μάλιστα του απάντησε: «Ναι πράγματι, έτσι είναι. Και για να βεβαιωθείς ότι είμαι τελείως καλά, ένα πράγμα θα σου πω: απελευθέρωσέ με γιατί αλλιώς θα σε φάω εγώ!».





«Θα αστειεύεσαι βέβαια», του είπε ο λύκος. «Αρκεί μόνο να σκεφτείς ότι σε τάιζα έξι μέρες τώρα, χωρίς να βάζω μπουκιά στο στόμα μου. Και τώρα θες να φύγεις; Αυτό δεν θα τ΄ αφήσω να γίνει ποτέ».
«Έχεις δίκιο σ΄ αυτό το σημείο, λύκε. Όμως ποιος σου δίνει και το δικαίωμα να με φας κι από πάνω;».
«Είναι το δικαίωμα του ισχυρού απέναντι στον αδύναμο», του είπε ο λύκος».
«Σωστά!» ανταπάντησε ο σκύλος. «γιατί μ΄ αυτήν την κουβέντα, καταδίκασες τον εαυτό σου σε θάνατο».
Με αυτές τις λέξεις ορμάει κατά πάνω του, και πριν προλάβει ο λύκος να καταλάβει τι συμβαίνει, βρίσκεται στο έδαφος ακινητοποιημένος από το Σουλτάνο.
«Επειδή μου επέτρεψες να ζήσω, δεν θα σε σκοτώσω τώρα, αλλά θα σου δώσω ακόμη μια ευκαιρία. Έχεις μια μέρα να διαλέξεις δυο συμπολεμιστές και εγώ άλλους τόσους. Αύριο θα σε περιμένω στο δάσος να λύσουμε τις διαφορές μας», του είπε ο Σουλτάνος.
Έτσι χώρισαν και βγήκαν να ψάξουν για συντρόφους. Ο λύκος, θυμωμένος πραγματικά, έτρεξε πιο βαθειά στο δάσος. Μετά από πολλά παρακάλια κατάφερε να πείσει μια γέρικη και άρρωστη αρκούδα και μια πονηρή αλεπού, να τον βοηθήσουν. Ο Σουλτάνος, τράβηξε προς την αντίθετη πλευρά∙ προς το κοντινότερο χωριό. Στην αρχή πήγε στην εκκλησία, όπου μίλησε και συμφώνησε με μια μεγάλη γκρίζα γάτα κι ύστερα πήγε στην αυλή του δικαστή, που σύχναζε ένας γενναίος κόκορας. Αυτός θα ήταν και ο δεύτερος βοηθός του, στην αυριανή μάχη.
Με το πρώτο φως της μέρας, το σκυλί παρέα με τη γάτα και τον κόκορα, ήταν ήδη στο δρόμο προς το σημείο συνάντησης. Ήθελαν, βλέπεις, να πιάσουν στον ύπνο τους εχθρούς τους.
Στο άλλο στρατόπεδο, ο λύκος ήταν ο πρώτος που ξύπνησε και σήκωσε βιαστικά και τους συντρόφους για να τους δώσει οδηγίες. «Μπορείς ν΄ ανέβεις σε δέντρο, έτσι;» ρώτησε την αρκούδα, «θα ήταν καλό να ανέβεις στο πιο ψηλό, ώστε να μπορείς να διακρίνεις τους εχθρούς μας από μακριά».
Έτσι κι έκανε η αρκούδα. Όταν όμως έφθασε ψηλά φώναξε: «Φύγετε! Οι εχθροί μας είναι πολύ κοντά και καλά αρματωμένοι. Ο ένας, τούς οδηγεί πηγαίνοντας μπροστά, και έχει πυκνό και κοφτερό τρίχωμα που αστράφτει πολύ στο πρωινό φως. Ένας άλλος τον ακολουθεί έχοντας πίσω του περασμένη μια μακριά σιδερένια και γυαλιστερή ράβδο. Συμφορά μας!». Η αλεπού φοβήθηκε πολύ ακούγοντας την αρκούδα, κι αποφάσισε να κρυφτεί ώστε να φαίνεται όσο το δυνατόν λιγότερο. Η αρκούδα κατέβηκε αμέσως από το δέντρο κι έκανε κι αυτή το ίδιο. Χώθηκε όπως-όπως στην πρώτη σχισμή που βρήκε μπροστά της∙ μόνο η άκρη της ουράς της έμεινε να εξέχει.
Ο εχθρός είχε πλέον πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής. Ο λύκος, βλέποντας τους συντρόφους του να τον εγκαταλείπουν προσπάθησε να τρέξει μακριά αλλά ο Σουλτάνος τον πρόλαβε. Μ΄ ένα πήδημα ο σκύλος, έπιασε από το λαιμό τον ανήμπορο πια λύκο και τον τελείωσε. Εν τω μεταξύ, η γάτα παρατήρησε ότι στη σχισμή κάτι υπάρχει που κινείται και νομίζοντας ότι θα γευματίσει κανένα ποντίκι, όρμηξε κατά πάνω του. Τρομαγμένη, η αρκούδα πήδηξε και από τη βιασύνη της να σωθεί σκαρφάλωσε σ΄ ένα δέντρο, νομίζοντας ότι δεν κινδύνευε πια. Έκανε λάθος! Ο κόκορας βρισκόταν ήδη πάνω στα κλαριά του ίδιου δέντρου και βλέποντάς την, αρχίζει να πηδάει όλο και πιο ψηλά. Η πανικόβλητη αρκούδα βρισκόταν συνεχώς από κάτω του. Τρομαγμένη, έπεσε από το δέντρο και σκοτώθηκε. Κι έτσι η μάχη τέλειωσε.
Τα νέα για τις γενναίες πράξεις του Σουλτάνου δεν άργησαν να διαδοθούν από τους συντρόφους του, κι έφθασαν και στο χωριό του. Έτσι η οικογένεια ξαναπήρε πίσω τον πιστό φύλακά της, φροντίζοντας να ζήσει αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.-


________________________________
Στο σκίτσο ο Ρώσος αριστοκράτης Σεργκέι Πανκέεφ περιγράφει το επαναλαμβανόμενο όνειρό του. Ο Πανκέεφ ως ασθενής του Φρόυντ ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο Wolfman.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:45:59, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Τετ 14 Νοε - 0:04:57

Η Αλεπού και ο Λύκος

Ολλανδία


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ η αλεπού και ο λύκος έκλεψαν ένα βαρέλι βούτυρο από έναν αγρότη και το έκρυψαν πολύ καλά. Όμως η κρυψώνα ήταν μακριά από τα σπίτια τους και μια μέρα όταν η αλεπού λαχτάρησε να απολαύσει λίγο βούτυρο, χωρίς να το μάθει ο λύκος, αναγκάστηκε να ζητήσει τις μπότες του για να τα καταφέρει στο μακρύ ταξίδι της.

Ο λύκος, βέβαια τη ρώτησε για ποιο λόγο χρειάζεται τις μπότες του. «Α! δεν σου το είπα;», του αποκρίθηκε η αλεπού, «πρέπει να ταξιδέψω μακριά για κάτι βαφτίσια». «Καλά», της είπε εκείνος, η αλεπού φόρεσε τις μπότες του και άρχισε να τρέχει προς την κρυψώνα με το βούτυρο. Όταν γύρισε, ο λύκος τη ρώτησε ποιο όνομα έδωσαν στο παιδί. «Αρχή» του είπε η αλεπού και ο λύκος συλλογίστηκε: «Πολύ συμπαθητικό όνομα».

Λίγες μέρες αργότερα η αλεπού ζήτησε ξανά από το λύκο να της δανείσει τις μπότες του, προφασιζόμενη κι αυτή τη φορά βαφτίσια. «Καλά» ξαναείπε εκείνος και για μια ακόμη φορά έδωσε τις μπότες του. Όταν επέστρεψε, τη ρώτησε: «ποιο είναι το όνομα του παιδιού;» «Καλά! δώσανε ένα όνομα στο παιδί που εγώ δεν θα το διάλεγα ποτέ. Το βάφτισαν "Μισό-Μισό"» είπε η αλεπού, και ο λύκος ξανασκέφτηκε ότι αυτό ήταν ακόμη πιο συμπαθητικό όνομα.

Μετά από λίγο καιρό, η αλεπού είπε στο λύκο ότι έπρεπε να πάει πάλι κάπου, για άλλο βαφτίσι τώρα. Όταν του επέστρεψε τις μπότες, εκείνος από συνήθεια ζήτησε να μάθει το όνομα του παιδιού. «Αυτή τη φορά το όνομα ήταν ακόμα πιο παράξενο. Το είπανε "Κάτω-Κάτω"» είπε η αλεπού.

Την τέταρτη φορά, που ζήτησε η αλεπού τις μπότες, με τη γνωστή πια δικαιολογία, ο λύκος φάνηκε λίγο ενοχλημένος και τη ρώτησε αν θα υπάρξει ποτέ τέλος σ΄ αυτή την ιστορία με τα βαφτίσια. Όχι τίποτα άλλο, αλλά οι μπότες του είχαν αρχίσει να λειώνουν. «Ναι» είπε η αλεπού. «αυτή εδώ είναι και η τελευταία φορά». «Αν είναι έτσι πάρτες» είπε ο λύκος. Φυσικά η λαίμαργη ξαναπήγε στην κρυψώνα, άνοιξε το βαρέλι, το γέμισε με πέτρες, κι έστρωσε πάνω τους το βούτυρο που είχε μείνει στην πάτο. Ύστερα, σαν την καλή κυρία, γύρισε στο σπίτι. Εκεί την περίμενε ο λύκος με τη γνωστή του περιέργεια για το όνομα του παιδιού. «Ίσα-Ίσα», είπε η αλεπού, χωρίς να κρύψει τη δυσαρέσκειά της για το όνομα αυτό, και ο κύκλος των βαφτισιών έκλεισε εκεί.

Όμως η αλεπού εκτός από λαίμαργη ήταν και πονηρή. Περίμενε να περάσει λίγος καιρός και μια μέρα πρότεινε στο λύκο να πάνε μέχρι την κρυψώνα, και να στήσουν γλέντι, με το βούτυρό τους. Φθάνοντας εκεί, άρχισαν να διαπληκτίζονται για το ποιος θα ξεκινήσει να τρώει πρώτος. Επειδή δεν έβρισκαν άκρη, έριξαν κορώνα-γράμματα και ο λύκος φάνηκε πιο τυχερός. Ξεκίνησε λοιπόν, να τρώει το λαχταριστό βούτυρο με αποτέλεσμα …να γεμίσει το στόμα του με πέτρες. Έπρεπε να τους βλέπατε τότε να αλληλοκατηγορούνται! «Το έκανες τότε που μου ΄λεγες ότι έτρεχες σε βαφτίσια», έλεγε ο λύκος. «Το έκανες όταν έλειπα από το σπίτι» του αντιγύριζε η πονηρή αλεπού. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να διαγράψει την πραγματικότητα: το βαρέλι ήταν άδειο και θα έμενε άδειο. Έτσι αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω χωρίς να χρονοτριβούν.

Στο δρόμο του γυρισμού βρήκαν μέσα στο βάλτο, ένα γέρικο άλογο. Σκέφτηκαν να το πάρουν μαζί τους, αλλά έπρεπε να βρουν έναν τρόπο να το κουβαλήσουν. «Εσύ είσαι πιο δυνατός» είπε η αλεπού, «δέσε την ουρά του γύρω από το σώμα σου και τράβα, ενώ εγώ θα το σπρώχνω με ένα ραβδί. Σύντομα κατάφεραν να τραβήξουν το άλογο από το βούρκο, αλλά εκείνο συνήλθε κι άρχισε να τρέχει τραβώντας το λύκο που είχε δέσει την ουρά του, επάνω του. «Βάστα γερά τα πόδια σου στη γη!» φώναξε η αλεπού. «Αλεπού, ούτε τη γη ούτε τον ουρανό μπορώ να δω, έτσι όπως με τραβάει το παλιάλογο!», της απάντησε αυτός. Τελικά ο λύκος κατάφερε να λυθεί και οι δυο «συνεταίροι»,συνέχισαν το δρόμο τους.

Όταν επιτέλους έφθασαν στο σπίτι ο λύκος πήγε κι έκατσε κοντά στη φωτιά να στεγνώσει, αφού από τη μάχη με το άλογο είχε μουσκέψει μέχρι το κόκαλο. Όμως, έτσι ταλαιπωρημένος που ήταν, τον πήρε ο ύπνος. Τότε το σχέδιο της αλεπούς έδωσε καρπούς. Βρήκε την ευκαιρία που περίμενε τόσον καιρό. Πασάλειψε με λίγο βούτυρο την ουρά του κι όταν αυτό έλιωσε από τη ζέστη, τον ξύπνησε φωνάζοντας τάχα μου: «τώρα σ΄ έπιασα λύκο. Είναι βέβαιο πια ότι εσύ πήγες και καταβρόχθισες το βούτυρο… Κλέφτη!».

Από τότε ο δύστυχος λύκος δεν τόλμησε ποτέ πια να αναφέρει το περιστατικό και συνέχισε να ζει καλά και η αλεπού καλύτερα…

_______________________
Το ίδιο παραμύθι διηγούνται και οι Σκοτσέζοι, με πρωταγωνιστές τον κόκκινο και τον άγριο σκύλο (αλεπού και λύκος) χωρίς το περιστατικό με το βάλτο.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:49:23, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Κυρ 18 Νοε - 18:25:54

Ο Λύκος. Ένας μπελάς ακόμη

Αφρική-Αμερική



ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ο Λαγός περπατούσε στο δρόμο μονολογώντας και χαζογελώντας. Ξαφνικά άκουσε έναν περίεργο θόρυβο και σταμάτησε. Πράγματι άκουγε ένα μουρμουρητό! Αν και το άκουγε πολύ κοντά του, δεν μπορούσε να καταλάβει από πού προερχόταν. Δεν διέκρινε και καμιά κίνηση γύρω του, άλλωστε. Έκανε απόλυτη ησυχία για να αφουγκραστεί και ναι! άκουσε μια κραυγή από το πουθενά να λέει:
«Θεούλη μου! Θεούλη μου! Δεν υπάρχει επιτέλους κάποιος να με βοηθήσει;» .
Ήταν σίγουρος πια ότι κάποιος φώναζε σε βοήθεια όταν η κραυγή, από το πουθενά, επαναλήφθηκε λέγοντας αυτή τη φορά:
«Θεούλη μου! Θεούλη μου. Σε παρακαλώ, κάποιε, έλα να με βοηθήσεις».
Ο Λαγός τέντωσε τ΄ αυτιά του και απάντησε:
«Ποιος είσαι, τελικά, και τι σου συμβαίνει;».
«Σε παρακαλώ, κάποιε, τρέχα εδώ!».
Ο Λαγός αφού στάθηκε στα τρία πόδια, ώστε αν συμβεί κάτι να μπορέσει να τρέξει γρήγορα, του φώναξε:
«Τι τρέχει με εσένα και που είσαι;»
«Σε παρακαλώ, κάποιε, τρέχα εδώ να βοηθήσεις ένα φτωχό και άθλιο πλάσμα. Είμαι κάτω από αυτόν τον μεγάλο βράχο που βλέπεις μπροστά σου».
Ο Λαγός μάζεψε το φράκο του και σύρθηκε τότε να κοιτάξει κάτω από το βράχο. Και ποιον νομίζετε ότι είδε εκεί; Κανείς σ΄ ολόκληρο τον κόσμο, παρά μόνο ο Λαγός, και μόνο σε εκείνο το μέρος, δεν είχε αντικρίσει τέτοιο πράγμα. Εκεί, βρισκόταν χωμένος ο Λύκος και για καλή του τύχη, ο βράχος στεκόταν ίσα-ίσα από πάνω του. Κι αν θέλετε να μάθετε πως ο βράχος δεν έλιωσε το Λύκο, θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον που να ξέρει περισσότερα πράγματα για το πώς και τι, γιατί φυσιολογικά έπρεπε να τον είχε λειώσει. Όμως όχι μόνο δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά ο Λύκος ήταν εκεί ζωντανός και είχε και μια φωνή που μπορούσε να ξυπνήσει άνθρωπο χιλιόμετρα μακριά! Και ήταν τόσο μόνος που έκανε το Λαγό να τον λυπηθεί τόσο που χωρίς πολλές-πολλές σκέψεις αποφάσισε να τον βοηθήσει.

Χώθηκε, λοιπόν, κάτω από το βράχο για να δει τι μπορούσε να κάνει. Όταν έφθασε κοντά του, ο Λύκος τον ικέτευε να τον βοηθήσει να μετακινήσουν το βράχο κι εκείνος του είπε ότι θα το κάνει. Μετά απ΄ αυτό, ο Λύκος άρχισε να τον ευχαριστεί για το έλεος και φωνάζοντας δυνατά, του είπε να μη βιαστεί, μπας και πέσει ο βράχος και τον καταπλακώσει. Έτσι ο Λαγός σιγά-σιγά με τη βοήθεια ενός κούτσουρου κύλησε λίγο το βράχο και ο Λύκος πετάχτηκε έξω. Βγαίνοντας κοιτάχτηκε μήπως είχε πάθει κάτι και μόλις βεβαιώθηκε ότι όλα ήταν εντάξει, άρπαξε το Λαγό από το σβέρκο! Εκείνος ο δύστυχος κλώτσαγε αλλά μάταια. O Λύκος τον κράταγε τόσο σφιχτά που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε∙ ίσα που ανάσανε.
«Καλά Αδελφέ Λύκε», του είπε, «μ΄ αυτόν τον τρόπο ανταμείβεις κάποιον που σου έσωσε τη ζωή;».
Ο Λύκος γελώντας απάντησε:
«Καλά, θα σε ευχαριστήσω Λαγέ, και μετά θα σε κάνω μια μπουκιά!».
«Αν ξαναπείς τέτοια πράγματα, Λύκε, στ΄ ορκίζομαι ότι δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ, ξανά να σε βοηθήσω, όσο ζω».
Ο Λύκος γέλασε πιο δυνατά και που είπε: «Δεν θα χρειαστεί Λαγέ. Δεν θα χρειαστεί. Δεν θα χρειαστεί ποτέ να μου κάνεις άλλη χάρη μέχρι να πεθάνεις».





Εκείνος αφού το ξανασκέφτηκε του λέει:
«Στα μέρη μου αυτό που κάνεις είναι αντίθετο με το νόμο που λέει ότι απαγορεύεται να σκοτώσεις εκείνον που σου έσωσε τη ζωή και νομίζω ότι αυτό ισχύει κι εδώ».
Ο Λύκος φάνηκε προβληματισμένος γιατί δεν ήταν σίγουρος αν ίσχυε ή όχι αυτός ο νόμος και ο Λαγός άδραξε την ευκαιρία να του προτείνει να συμβουλευθούν τη γριά σοφή νεροχελώνα η οποία θα δικάσει την περίπτωσή τους. Ο κατά τα άλλα νομοταγής Λύκος, δέχθηκε ευχαρίστως αυτή τη λύση. Έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι της γριάς χελώνας. Όταν έφθασαν εκεί, ο Λύκος εξέθεσε τις απόψεις του και ο Λαγός τις δικές του. Η σοφή χελώνα έβαλε τα γυαλιά της, ξερόβηξε και τους είπε:
«Kάτι με προβληματίζει στην περίπτωσή σας και έχω επιφυλάξεις. Για να πάρω θέση θα πρέπει να με πάτε ακριβώς εκεί που έγινε το περιστατικό ώστε να δω το σημείο που ήσουν Λύκε όταν σε βρήκε ο Λαγός».
Σύμφωνοι και οι δυο, συνόδευσαν τη γριά χελώνα μέχρι το μεγάλο βράχο που είχε πέσει πάνω στο Λύκο.

Η χελώνα έκανε μια βόλτα γύρω από το βράχο ώσπου βρέθηκε στο σημείο που ο Λαγός είχε βάλει το κούτσουρο για να τον ανασηκώσει. Εκεί ακριβώς γύρισε και τους είπε:
«Κύριοι, ειλικρινά απεχθάνομαι τις αναπαραστάσεις, αλλά για να μάθω πώς ακριβώς παγιδεύτηκες Λύκε θα πρέπει να ξαναμπείς κάτω από το βράχο». «Εμείς οι ηλικιωμένοι θέλουμε να ξέρουμε που ακριβώς είναι το πρόβλημα» είπε και συνέχισε φιλοσοφώντας, «και γηράσκω αεί διδασκόμενη».
Ο Λύκος πήρε θέση για να της δείξει σε ποιο σημείο ακριβώς βρισκόταν όταν τον βρήκε ο Λαγός, και άλλοι κύλησαν το βράχο πάνω του. Η χελώνα γύρισε γύρω - γύρω το βράχο εξετάζοντας την κατάσταση. Μετά έκατσε και άρχισε να χαράζει την άμμο, σαν να σκεφτόταν κάτι άλλο. Ο Λύκος άρχισε τότε να διαμαρτύρεται:
«Ω, Αδελφή Χελώνα. Αυτό κουνιέται και είναι πολύ βαρύ!».
Η χελώνα όμως συνέχισε να σχεδιάζει στην άμμο.
«Ω, Αδελφή Χελώνα. Αυτό κουνιέται και μου κόβει την ανάσα!», ξαναφώναξε ο Λύκος.
Η Χελώνα γυρνάει τότε στο Λαγό και του λέει κατηγορηματικά:
«Το άδικο είναι δικό σου Λαγέ! Δεν είχες καμιά δουλειά να ενοχλήσεις το Λύκο, εφόσον εκείνος δεν σε πείραξε. Εκείνος έκανε τη δουλειά του κι εσύ όφειλες να κάνεις τη δική σου».
Ο Λαγός ντροπιάστηκε αλλά η Χελώνα εξακολούθησε να του απευθύνεται κατηγορώντας τον:
«Όταν το πρωί πέρασες από αυτό το δρόμο, σίγουρα κάπου πήγαινες και να συνεχίσεις να πηγαίνεις. Ο Λύκος δεν πήγαινε πουθενά, και δεν θα πάει ούτε τώρα. Τον βρήκες κάτω από το βράχο, κι κάτω από το βράχο πρέπει να τον αφήσεις».

Έτσι συνέχισαν τη ζωή τους, αυτοί καλά κι ο λύκος χειρότερα. Ευχηθείτε, όμως, τα άλλα ζώα που θα διαβούν τον ίδιο δρόμο, να προσπεράσουν τον "καημένο" το Λύκο. Γιατί αλλιώς… μαύρος Λύκος που τα έφαγε…
__________________________
Ο Br΄er (αδελφός) Rabbit είναι ένας μπαγαπόντης χαρακτήρας λαϊκών παραμυθιών των Αφρικανών, Αφροαμερικανών και Αυτόχθονων Αμερικανών της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ. Τα παραμύθια αυτά βρήκαν μεγάλη απήχηση τα χρόνια της δουλείας στις ΗΠΑ και μεταφέρθηκαν από τον Τζόελ Τσάντλερ Χάρις στο «Τραγούδι του Νότου». Ο Λαγός αποτελεί τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα των παραμυθιών, σε σχέση με τα άλλα ζώα, και βρίσκεται μόνιμα αντιμέτωπος με τους Br΄er Αλεπού, Br΄er Λύκο και Br΄er Αρκούδα, αλλά πάντα νικητής, δηλώνοντας με τον τρόπο αυτό την ελπίδα των αφροαμερικανών για απελευθέρωση. Ο Br΄er Rabbit, χωρίς απόστροφο στο προσωνύμιό του (Brer) υπήρξε για πολλά χρόνια ένας πολυαγαπημένος χαρακτήρας της Disney. Θεωρείται μάλιστα ως εξάδελφος του γνωστού μας Roger Rabbit και η απόσυρσή του, παρά την τεράστια επιτυχία του, συσχετίστηκε και με το ρατσισμό (είχε πολύ μεγαλύτερη απήχηση στους Αφροαμερικανούς).

Ενδιαφέροντες σχετικοί δικτυότοποι
http://en.wikipedia.org/wiki/Br'er_Rabbit
http://www.toonopedia.com/brerrab.htm
http://www.songofthesouth.net/news/archives/herald052003.html


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:56:56, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Πεμ 6 Δεκ - 0:11:37

SAINT AILBE
Κέλτες


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στη μακρινή Ιρλανδία, γεννήθηκε ένας μικρούλης. Όμως οι γονείς του δεν τον ήθελαν κι επειδή δεν μπορούσαν να τον πουλήσουν σκέφτηκαν να τον αφήσουν σε κάποια ερημιά μακριά από το σπίτι τους. Τύλιξαν, λοιπόν, το μωρό σε ένα σεντόνι και πήγαν και το άφησαν πέρα ψηλά στο βουνό, ολομόναχο, σ΄ ένα θάμνο σκεπασμένο από ρείκια.
Όταν έπεσε η νύχτα η λύκαινα που ζούσε εκεί κοντά, αφού κοίμισε τα παιδιά της βγήκε βόλτα. Περνώντας από την περιοχή με τα ρείκια άκουσε να έρχεται από μακριά ένας παράξενος ήχος. Αφουγκράστηκε μια δυο φορές, τέντωσε τα αυτιά της και μονολόγησε: «τι είναι αυτό;». Δεν μπορούσε να καταλάβει. Οσφρήστηκε τον αέρα με περίσσια προσοχή που την οδήγησε σε πολύ λίγο χρόνο, δίπλα στο μικρό ροδαλό μωρό που έκλαιγε νηστικό και παγωμένο.
Η μητρική καρδιά της λύκαινας σκίρτησε και σκέφτηκε πόσο θλιβερό θα ήταν τα δικά της μωρά να βρεθούν ανυπεράσπιστα, νηστικά και παγωμένα μια άγρια νύχτα στο βουνό. Άρπαξε με μιας τα πανιά που ήταν τυλιγμένο το μωρό και κρατώντας τα με το στόμα της κίνησε για τη φωλιά της, που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού, προσέχοντας μην της πέσει το μικρό. Εκεί το μωρό, που το όνομά του ήταν Ailbe, μεγάλωνε μαζί με τα λυκάκια. Μ΄ αυτά μοιραζόταν το γάλα και το φαγητό, μ΄ αυτά έπαιζε, μ΄ αυτά απολάμβανε τη χαρά τού να έχεις μάνα. Η λύκαινα το φρόντιζε σα δικό της κι εκείνο την αγαπούσε περισσότερο και απ΄ τα παιδιά της. Και ο Ailbe μεγάλωνε και θέριευε και γινόταν όλο και πιο ψηλός και πιο δυνατός κάθε μέρα, απολαμβάνοντας τη χαρά να ζει κάποιος ελεύθερος στα πράσινα βουνά της Ιρλανδίας.
Μια μέρα, δυο ή τρία χρόνια μετά το περιστατικό, ένας κυνηγός καβάλα στ΄ άλογό του έτυχε να περάσει από τη σπηλιά που ζούσε η λύκαινα και τα παιδιά της. Εκεί που πέρναγε, πήρε το μάτι του το μικρό άνθρωπο να διασχίζει το μονοπάτι. Στην αρχή τον πέρασε για άσπρο λαγό, έτσι που πηδούσε, αλλά αμφέβαλλε γιατί δεν μπορεί ένας λαγός να είναι τόσο μεγάλος αλλά ούτε να πηδάει και με αυτόν τον τρόπο. Έτσι κατέβηκε από το άλογο, γεμάτος περιέργεια για το ζώο αυτό.
Πολύ σύντομα κατάφερε να εντοπίσει τον Ailbe που είχε κρυφτεί στους θάμνους. Τι έκπληξη, μα την αλήθεια, αισθάνθηκε ο κυνηγός όταν είδε ότι το ζώο ούτε γούνα είχε, ούτε κέρατα∙ αντίθετα ήταν ένα πολύ όμορφο αγόρι που δεν μπορούσε να περπατήσει όρθιο και που βρισκόταν κουλουριασμένο και γυμνό ανάμεσα σε τέσσερεις νεαρούς λύκους. Η λύκαινα, επειδή ο μικρός είχε αναπτυχθεί τόσο πολύ, πίστευε ότι μπορούσε να αντεπεξέλθει στους κινδύνους κι έτσι άφηνε που και που τα παιδιά μόνα τους. Όμως ο Ailbe φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να φροντίσει ακόμη τον εαυτό του. Ο κυνηγός αφού το σκέφτηκε, αποφάσισε να πάρει το παιδί στο σπίτι του, εκεί που η γυναίκα του μπορούσε να το φροντίσει.
Μάταια ο μικρός κλώτσαγε και πάλευε να ξεφύγει από την αγκαλιά του ανθρώπου. Εκείνος, δυνατός και μεγάλος, τον έχωσε κάτω από το μανδύα του, πήδησε στο άλογο και έφυγε προς το χωριό έξω από το δάσος. Ο Ailbe απελπισμένος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι τον παίρνουν μακριά από το δάσος, τη φωλιά του και τ΄ αδέλφια του. Όμως πιο πολύ τον πλήγωνε ότι δεν θα ξανάβλεπε τη μάνα του. Έτσι εξακολουθούσε να παλεύει για τη φυγή προς την ελευθερία και άρχισε να ουρλιάζει στη γλώσσα των λύκων για να τον βοηθήσουν να ελευθερωθεί. Τότε η μάνα μαζί με τους τέσσερεις νεαρούς λύκους έτρεξαν προς τον Ailbe, κυνήγησαν το άλογο, όρμηξαν στο μανδύα που ήταν τυλιγμένος, πάλεψαν με τον κλέφτη του παιδιού. Μάταια όμως. Θλίψη και οργή κατέβαλε και τους πέντε. Ούτε ν΄ αρπάξουν τον κυνηγό κατάφεραν ούτε να πάρουν πίσω το παιδί τους. Πέντε μίλια παρακάτω οι λύκοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειες κάτω από την απειλή του όπλου του κυνηγού. Ο Ailbe τους είδε να σταματούν στο δρόμο και τους αποχαιρέτισε για τελευταία φορά. Ήταν ένας αποχαιρετισμός απελπισίας και από τις δυο πλευρές. Με τις ουρές στα σκέλια και το κεφάλι σκυμμένο οι λύκοι γύρισαν στην έρημη φωλιά τους που ποτέ ξανά δεν θα φιλοξενούσε το μικρό αγόρι. Ήταν η πιο θλιβερή μέρα στη ζωή της λύκαινας.
Ο κυνηγός που έκλεψε τον Ailbe, γύρισε σπίτι του και ο μικρός βρήκε εκεί μια νέα μάνα να τον περιμένει. Αν και δεν ήξερε ποια ήταν η φυσική μητέρα του φανταζόταν ότι επρόκειτο για μια σκληρή και κακιά γυναίκα. Η δεύτερη μητέρα του ήταν η ευγενική λύκαινα και η τρίτη μια πανέμορφη πριγκίπισσα! Βλέπετε ο κυνηγός που είχε βρει το μικρό στο δάσος ήταν πρίγκιπας και ζούσε σε ένα μεγάλο κάστρο κοντά στη λίμνη, με εκατοντάδες υπηρέτες, άλογα και σκύλους και τεράστιους κήπους όπου ο Ailbe μπορούσε να παίζει με ασφάλεια. Εδώ έζησε και μεγάλωσε το μικρό αγόρι και έμαθε όλα εκείνα τα πράγματα που μαθαίνει κάποιος όταν μεγαλώνει με μια σοφή γυναίκα και έναν ώριμο άνδρα.
Ο Ailbe μεγάλωσε κι έγινε Επίσκοπος. Στο σπίτι του στην πόλη μαζεύονταν κόσμος πολύς για να τον συμβουλευθεί και να φιλοξενηθεί, αλλά και ο κάθε διαβάτης έβρισκε ένα πιάτο φαγητό. Όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, όμως, δεν μπόρεσε ποτέ-ποτέ να ξεχάσει τη μάνα που του χάρισε τη ζωή και τα τέσσερα αδέλφια του. Η σκέψη του ήταν συνεχώς κοντά στη λύκαινα και στους τέσσερεις λύκους που τον συντρόφεψαν τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Και κάποιες φορές όταν οι επισκέπτες του ήταν κουραστικοί, και έμεναν πολύ καιρό ή όταν του έκαναν πολλές ερωτήσεις και του πρόσφεραν δώρα που δεν ήθελε, ο Ailbe αναπολούσε τη ζωή του στο δάσος κοντά στους λύκους. Για μερικούς μάλιστα που ήταν τελείως αναίσθητοι, ο Ailbe σκεφτόταν ότι δεν είχαν ποτέ ασπασθεί το Blarney Stone που δωρίζει σε όλους τους ανθρώπους την ευγλωττία.
Μετά από λίγα χρόνια στην πόλη οργανώθηκε κυνήγι. Συγκεντρώθηκαν όλοι οι ευγενείς της περιοχής και ξεκίνησαν να κυνηγήσουν άγρια ζώα στο δάσος γύρω από την περιοχή. Ανάμεσά τους ήταν και ο πρίγκιπας που ανάθρεψε τον Ailbe, όχι όμως και ο ίδιος. Τους είπε μάλιστα ότι δεν έβλεπε κάτι αθλητικό στο να σκοτώνεις τα φτωχά πλάσματα. Είχε σχεδόν νυχτώσει και οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στην πλατεία, περιμένοντας τους κυνηγούς με τα σπάνια θηράματά τους. Ο Επίσκοπος εκείνη την ώρα κατηφόριζε το δρόμο προς την εκκλησία, όταν ο ήχος της κόρνας που ειδοποιούσε για την επιστροφή των κυνηγών έφτασε στ΄ αυτιά του, μακριά πέρα από τους λόφους. Πολύ σύντομα ακούστηκαν και οι χαρούμενες κραυγές των κυνηγών ενώ οι κόρνες έπαιζαν ρυθμικά «Τα-ρα-τα-τα!», προετοιμάζοντας τους κατοίκους για αυτό που έμελλε να δουν. Οι καλπασμοί των αλόγων ακούγονταν τώρα ξεκάθαρα. Οι κυνηγοί έμπαιναν στην πόλη.
Ξάφνου η καρδιά του Επισκόπου σταμάτησε. Ανάμεσα στους διάφορους ήχους ξεχώρισε κάτι γνώριμο. Ναι, ήταν κάτι που ήξερε πολύ καλά. Ήταν το ουρλιαχτό του λύκου, ουρλιαχτό θλίψης, πόνου, φόβου και μαρασμού. Ο Επίσκοπος θυμήθηκε μια γλώσσα που σχεδόν είχε ξεχάσει. Δεν είχε όμως το χρόνο να σκεφτεί. Εκεί ανάμεσα στον κόσμο, στ΄ άλογα, τους κυνηγούς και τα σκυλιά τους, διέκρινε το μαραμένο πρόσωπο μιας λύκαινας, που την έσερναν έχοντας δέσει τα πόδια της. Ήταν η λύκαινα-μάνα του Ailbe.

Αμέσως μόλις την αντίκρισε, κατάλαβε ότι ήταν η μάνα του. Η λύκαινα με τα πράσινα μάτια και το άσπρο σημάδι στο δεξί μπροστινό πόδι της. Κι εκείνη τον γνώρισε. Σίγουρα ο Ailbe είχε αλλάξει πολύ από την τελευταία φορά που τον είδε. Τότε ήταν ακόμη ένα γυμνό αγοράκι. Παρόλο που τώρα ήταν ένας ώριμος άντρας, με πορφυρά ρούχα, με δαντέλες, με την τιάρα στο κεφάλι και την ποιμαντική ράβδο στο χέρι, η μάνα ήξερε ότι εκείνος που την κοιτούσε ήταν το παιδί της.
Με μια κραυγή χαράς, αψηφώντας κυνηγούς και σκύλους, η λύκαινα όρμηξε προς τον Επίσκοπο κι ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του, δείχνοντας σε όλους ότι ο ήταν το δικό της παιδί. Εκείνος την τράβηξε στοργικά κάτω από το βελούδινο μανδύα του, για να ξαποστάσει από το λαχάνιασμά της, και τη χάιδεψε με τρυφερότητα και αγάπη στο κεφάλι. Μετά έδωσε εντολή στους υπόλοιπους να πάρουν μακριά τους σκύλους.
«Θα σε προστατεύσω, μάνα» της ψιθύρισε στοργικά. «Όταν ήμουν ένα απροστάτευτο και ταλαιπωρημένο βρέφος, εσύ με έθρεψες και με προστάτευσες∙ τώρα που είσαι ηλικιωμένη, κυνηγημένη και ανήμπορη θα κάνω το ίδιο και εγώ με την ίδια αγάπη που το έκανες και συ τότε. Δεν θα σε πειράξει κανείς».
Τότε οι κυνηγοί πλησίασαν, καβάλα στα αφρισμένα από το κυνήγι άλογά τους, να δουν τι συμβαίνει με τον Επίσκοπο. Μερικοί μάλιστα απ΄ αυτούς ήθελαν να σκοτώσουν τη λύκαινα, όπως άλλωστε και τα σκυλιά τους που είχαν απογοητευθεί από την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Ailbe όμως δεν τους άφησε να πλησιάσουν και τους απαγόρευσε να αγγίξουν το δύστυχο ζωντανό. Και ήταν τόσο δυνατός, αποφασισμένος και σεβάσμιος που κανείς δεν τόλμησε να του φέρει αντίρρηση. Τους επέπληξε, μάλιστα, για τις αγριότητες αλλά πριν φύγουν είχε κάτι ακόμη να τους πει∙ σ΄ αυτούς και στο πλήθος που είχε εν τω μεταξύ συγκεντρωθεί γύρω του.
Εκεί, μπροστά τους, επανέλαβε την υπόσχεσή του στη μάνα-λύκαινα και προειδοποίησε όλους ότι απαγορεύεται στο εξής να πειράξουν τόσο την ίδια όσο και τα παιδιά της, είτε στο χωριό, είτε στο δάσος, είτε στο βουνό. Και γυρνώντας προς το μέρος της για μια ακόμη φορά είπε: «Μητέρα, από εδώ και πέρα δεν έχετε να φοβηθείτε κανέναν. Κανείς δεν θα τολμήσει να σας πειράξει. Ο γιος σας, σάς προστατεύει. Καθημερινά θα έρχεστε με τα αδέλφια μου να μοιραζόμαστε το φαγητό μου, όπως κάναμε και στο παρελθόν».
Κι έτσι έγινε. Κάθε μέρα η μάνα-λύκαινα μαζί με τα παιδιά της ερχόταν στην Επισκοπή και ο φύλακας τούς υποδεχόταν με τιμές. Κάθε μέρα ο οικονόμος του σπιτιού άνοιγε την τραπεζαρία και οι πέντε μαζί απολάμβαναν μαζί το γεύμα τους. Και κάθε μέρα ο Ailbe δεν παρέλειπε να επαναλαμβάνει «Τι ευτυχισμένη οικογένεια που είμαστε!» Και ήταν η αλήθεια.
__________________________________
Ο Άγιος Ailbe είναι Ιρλανδός Άγιος που έζησε τον 6ο αιώνα. Μια παράδοση λέει ότι ορίστηκε Επίσκοπος από τον Πάπα ενώ ίδρυσε τη μονή στο Emly. Σύμφωνα με την κέλτικη μυθολογία τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε με λύκους.

St. Ailbe
http://www.newadvent.org/cathen/01234b.htm
http://www.stailbe.org/
http://alvyray.com/Ailbhe/AilbheSaint.htm

Κέλτες
http://www.ibiblio.org/gaelic/celts.html

Blarney Stone
http://en.wikipedia.org/wiki/Blarney_Stone

Emly
http://en.wikipedia.org/wiki/Emly


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 16:59:21, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Σαβ 8 Δεκ - 3:56:36

Ο Βράχος του Λύκου

Jacob και Wilhelm Grimm


Στο λιβάδι αντίκρυ στο Seehausen κοντά στο χωριό Magdeburg του Eggenstedt, όχι μακριά από το Sommerschenburg και το Schöningen, υπάρχει ένας μεγάλος βράχος, που τον ονόμασαν «βράχο του λύκου» ή «βράχο του λυκανθρώπου».

Τα πολύ-πολύ παλιά χρόνια κοντά στο δάσος του Brandsleber το οποίο ανήκε στο Hackel στην περιοχή του Harz κατοικούσε ένας ξένος. Κανείς δεν ήξερε κάτι γι΄ αυτόν τον άνθρωπο, ούτε τ΄ όνομά του, ούτε από πού κρατούσε η σκουφιά του. Όλοι τον γνώριζαν με το παρατσούκλι «ο γέρος» και δέχονταν συχνά τις υπηρεσίες του όταν κατέβαινε στα χωριά. Η πιο συχνή δουλειά του ήταν να βόσκει τα πρόβατα.

Κάποτε γεννήθηκε στο κοπάδι του Melle από το Neindorf ένα χαριτωμένο αρνάκι που ξεχώριζε από τα άλλα επειδή είχε μαύρες βούλες στο τρίχωμά του. Ο «γέρος» ζήτησε επίμονα από τον Melle να του δώσει το νεογέννητο αρνί, όμως ο βοσκός αρνήθηκε. Μια μέρα ο Melle ζήτησε από το «γέρο» να δουλέψει γι΄ αυτόν κι έφυγε. Όταν γύρισε, ο «γέρος» είχε κάνει όλη τη δουλειά αλλά τόσο εκείνος όσο και το πιτσιλωτό αρνί έλειπαν. Για πολύ καιρό μετά κανείς δεν άκουσε τίποτε για τον παράξενο άνθρωπο του δάσους.

Τελικά μια μέρα εμφανίστηκε απροσδόκητα μπροστά στον Melle που έβοσκε τα πρόβατά του στην κοιλάδα του Katten και με μια δόση σαρκασμού στη φωνή, του είπε: «Καλημέρα, Melle, το πιτσιλωτό αρνί, σού στέλνει τα χαιρετίσματά του!». Θυμωμένος ο βοσκός αρπάζει τον κλέφτη για να τον εκδικηθεί. Ξαφνικά ο «γέρος» μεταμορφώνεται σε λυκάνθρωπο και ορμάει κατά πάνω στον Melle. Ο βοσκός τρόμαξε, αλλά τα σκυλιά επιτέθηκαν στο λύκο σα λυσσασμένα, τον κυνήγησαν κι εκείνος πήρε δρόμο και χώθηκε στο δάσος. Τρέχοντας, με τα σκυλιά ξοπίσω του, έφθασε στην κοιλάδα και μετά κοντά στο Eggenstedt. Εκεί ήταν που τα σκυλιά τον πρόλαβαν και τον ακινητοποίησαν.

Ο βοσκός του είπε: «Τώρα θα πεθάνεις». Ο «γέρος» τότε πήρε την ανθρώπινη μορφή και ικέτευσε για τη ζωή του. Μάταια όμως. Ο Μelle εξαγριωμένος κινήθηκε κατά πάνω του κρατώντας το ραβδί του. Ένα θάμνος με αγκάθια που ήταν μπροστά από το «γέρο» δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει τη μανία του βοσκού. Ο «γέρος» συνέχισε να ικετεύει με την ανθρώπινη μορφή του αλλά ο σκληρόκαρδος Melle δεν συγκινιόταν με τίποτα. Είδε κι απόειδε και προσπάθησε να δραπετεύσει μεταμορφωμένος ξανά σε λύκο αλλά το χτύπημα του Melle ήταν τόσο δυνατό που τον άφησε νεκρό. Ακριβώς σε εκείνο το σημείο που έπεσε και τάφηκε ο άγνωστος λυκάνθρωπος, δημιουργήθηκε ένας απότομος βράχος που θα φέρει αυτό το όνομα στην αιωνιότητα.
______________________
Jacob and Wilhelm Grimm
http://en.wikipedia.org/wiki/Brothers_Grimm
Seehausen
http://en.wikipedia.org/wiki/Seehausen,_Altmark
Eggenstedt
http://maps.yellowpages.co.uk/world/DE/Saxony-Anhalt/B%C3%B6rdekreis/Eggenstedt[b]


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 17:00:04, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Κυρ 16 Δεκ - 20:44:10

Ο Λυκάνθρωπος του Μπέτεμπουργκ
Μύθος από το Λουξεμβούργο


Πριν πολλά πολλά χρόνια, ένας ηλικιωμένος πολεμιστής, ερχόμενος από μια πόλη του Λουξεμβούργου, κάθισε να ξαποστάσει στους λόφους απέναντι από το Μπέτεμπουργκ. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος κι άρχισε να βλαστημά το Θεό και το Σατανά καταστρέφοντας με μανία και ολοσχερώς την αναπαράσταση της Σταύρωσης του Ιησού που υπήρχε σ΄ εκείνο το σημείο.
Από κείνη τη μέρα, στην παλιά εκκλησία του Μπέτεμπουργκ άρχισε να συχνάζει ένας μεγάλος λύκος που σκότωνε όποιον βρισκόταν μπροστά του, αφού με καμιά σφαίρα και κανένα ξίφος δεν μπορούσαν να τον απωθήσουν.
Ώσπου μια μέρα ένας σοφός καλόγερος είπε στους κατοίκους ότι ο μόνος τρόπος για να πεθάνει ο λύκος ήταν να τον πυροβολήσουν με ασημένια σφαίρα που επάνω της θα είχαν χαράξει τα ονόματα του Ιησού, της Παρθένου Μαρίας και του Ιωσήφ.
Έτσι οι κυνηγοί έστησαν καρτέρι κι όταν φάνηκε ο λύκος κατάφεραν πράγματι να τον σκοτώσουν με την ασημένια σφαίρα. Όταν έφθασαν όμως στο σημείο που είχε πέσει, το σώμα του είχε εξαφανισθεί και στη θέση του κειτόταν νεκρός ο πολεμιστής, ο οποίος τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν Μπετεμπουργκινός.
Σ΄ αυτό το λόφο, μέχρι τα χρόνια μας, στέκεται ένας μικρός σταυρός και ο καθένας μας κάποιες νύχτες μπορεί εκεί, στο ίδιο σημείο, να ακούσει το ουρλιαχτό των λύκων.

Μπέτεμπουργκ
http://www.bettembourg.lu/


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 17:00:51, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Τετ 19 Δεκ - 16:04:20

Ο Ιβάν Τσάρεβιτς και ο γκρίζος λύκος
Παραδοσιακό παραμύθι από τη Ρωσία


ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ζούσε ένας τσάρος που είχε τρεις γιους. Τον μικρότερο τον έλεγαν Ιβάν. Ο τσάρος είχε ένα θαυμάσιο κήπο, μέσα στον οποίο είχε φυτρώσει ένα δέντρο που καρποφορούσε χρυσά μήλα. Κάποτε κάποιος άρχισε να κλέβει τα μήλα του τσάρου κι εκείνος αναστατώθηκε τόσο πολύ που έστειλε αμέσως τους φρουρούς του να το φυλάνε μέρα-νύχτα. Κανείς όμως δεν μπορούσε να συλλάβει τον κλέφτη κι ο τσάρος απελπίστηκε και σταμάτησε να τρώει και να πίνει.
Οι γιοί του βλέποντάς τον σ΄ αυτήν την κατάσταση προσπάθησαν να του απαλύνουν τον καημό:
-Αγαπημένε μας πατέρα, εμείς οι ίδιοι θα φυλάξουμε σήμερα τη μηλιά, είπε ο μεγαλύτερος, σήμερα μάλιστα είναι η σειρά μου και θα πάω να προσέχω τον κήπο μας.
Και ξεκίνησε για νυχτεροκαρτέρι. Όταν έπεσε το σκοτάδι, βασίλευε ολόγυρα ησυχία και ο πρωτότοκος γιος ξάπλωσε στη χλόη. Δεν άργησε, όμως να τον πάρει ο ύπνος. Το πρωί ο τσάρος τον ρώτησε:
-Λοιπόν για πέσμου, τον είδες τον ένοχο;
-Όχι, πατέρα, όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα, πρόσεχα και το παραμικρό θρόισμα, αλλά δεν είδα τίποτα.Την επόμενη νύχτα ήταν η σειρά του μεσαίου γιού να φυλάξει. Όπως και ο αδελφός του, τον πήρε γρήγορα ο ύπνος και το πρωί είπε στον πατέρα του ότι δεν μπόρεσε να διακρίνει τον κλέφτη. Επιτέλους είχε έρθει η σειρά του μικρού να φυλάξει. Ο Ιβάν πήγε στον κήπο του πατέρα του, αλλά ακόμα κι όταν φοβήθηκε στην ερημιά, δεν τόλμησε να ξαπλώσει. Απλώς καθόταν. Κι όταν κάποια στιγμή πήγε να τον πάρει ο ύπνος πήρε τη δροσιά από τη χλόη και σκούπισε τη νύστα από τα μάτια του. Γύρω στα μεσάνυχτα του φάνηκε ότι είδε κάτι σαν φως. Πράγματι κάτι έλαμπε όλο και περισσότερο μέχρι που έφεξε όλος ο κήπος.
Τότε είδε ένα πουλί να χτυπά με το ράμφος του τα χρυσά μήλα. Ο Ιβάν Τσάρεβιτς σύρθηκε μέχρι το δέντρο και το άρπαξε από την ουρά. Εκείνο όμως πετάρισε, του ξέφυγε και πέταξε μακριά. Το πρωί ο Ιβάν πήγε στον πατέρα του.
-Λοιπόν, ούτε εσύ στερνοπούλι μου κατάφερες να δεις τον κλέφτη;
-Αγαπημένε μου πατέρα, θυμάμαι αλλά δεν θυμάμαι, ποιος είναι εκείνος που καταστρέφει τον κήπο μας. Στα χέρια μου όμως κρατώ ένα ενθύμιο από τον ένοχο για σένα. Είναι, πατέρα, ένα πουλί.
Ο τσάρος πήρε το φτερό, και από τότε άρχισε να τρώει και να πίνει, κι έπαψε να είναι θλιμμένος. Ήταν μια πραγματικά πολλή ευτυχισμένη περίοδος της ζωής του αλλά δεν έπαυε να σκέφτεται συνέχεια τον κλέφτη των χρυσών μήλων. Μια μέρα κάλεσε τους γιους του και τους είπε:
-Αγαπημένα μου παιδιά, σελώστε τα καλύτερα άλογα και ψάξτε όλον τον κόσμο ώστε να πιάσετε αυτό το πουλί.
Τα παιδιά, υπακούοντας στις επιθυμίες του πατέρα τους, φόρτωσαν τ΄ άλογά τους και πήραν το δρόμο της αναζήτησης. Και οι τρεις έφυγαν προς διαφορετική κατεύθυνση. Ο Ιβάν ταξίδεψε μέχρι που κουράστηκε κι αυτός και το άλογό του, οπότε σταμάτησε να ξαποστάσουν και να κοιμηθούν. Μα σαν ξύπνησε το άλογό του ήταν άφαντο. Μάταια έψαξε να το βρει. Σκέφτηκε λοιπόν ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να συνεχίσει με τα πόδια. Περπατούσε, περπατούσε, μέχρι που κουράστηκε τόσο πολύ ώστε αποφάσισε να καθήσει. Εκεί ξαπλωμένος στο χορτάρι τον πήρε το παράπονο για την ατυχία του. Ξαφνικά, εμφανίζεται μπροστά του ένας γκρίζος λύκος, κυριολεκτικά από το πουθενά και το λέει:
-Ιβάν Τσάρεβιτς, γιατί κάθεσαι έτσι παραπονεμένος;
-Πώς μπορώ να μην είμαι λυπημένος, γκρίζε λύκε; Είμαι μόνος χωρίς άλογο.
-Ιβάν Τσάρεβιτς, εγώ είμαι που έφαγα το άλογό σου.. Λυπάμαι. Αλλά πές μου γιατί ταξιδεύεις που θέλεις να φτάσεις;
-Ο πατέρας μου, μας έστειλε μέχρι τα πέρατα της γης, για να βρούμε το πουλί που φωτίζει τη νύχτα σαν φωτιά και κλέβει τα χρυσά μήλα του κήπου μας.
-Πφφ! Πφφ! Ούτε σε τρία χρόνια με το άλογό σου δεν θα μπορούσες να φτάσεις στη φωλιά του. Εγώ είμαι ο μόνος που ξέρω που μένει το πουλί αυτό. Αλλά εφόσον σου έφαγα το άλογο είμαι υποχρεωμένος να σε βοηθήσω. Ανέβα πάνω μου και κρατήσου σφιχτά.
Ο Ιβάν καβάλησε το γκρίζο λύκο, που άρχισε να τρέχει τόσο γρήγορα μέσα στο δάσος ώστε ο μικρός δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε τα δέντρα, ούτε τα ποτάμια ούτε τις λίμνες. Λίγο μετά έφθασαν μπροστά σε ένα μεγάλο κάστρο και σταματώντας είπε ο γκρίζος λύκος:
-Άκουσέ με, Ιβάν Τσάρεβιτς ανέβα στα τείχη και μη φοβάσαι. Είναι η πιο κατάλληλη ώρα. Όλοι οι φρουροί κοιμούνται. Θα δεις στο παράθυρο ένα χρυσό κλουβί, και στο κλουβί μέσα το πουλί. Πάρτο, χώστο στο στήθος σου αλλά πρόσεξε μην ακουμπήσεις το κλουβί!
Ο Ιβάν έκανε ότι ακριβώς του είπε ο λύκος κι όταν έχωσε στο στήθος του το πουλί του προξένησε εντύπωση το κλουβί και μονολόγησε:
-Πώ! Πώ! Τι ωραία χρυσή διακόσμηση! Πώς μπορώ να το αφήσω;
Έτσι έχοντας στο μυαλό του και όσα τον συμβούλεψε ο λύκος ίσα που ακούμπησε το κλουβί. Τότε απ΄ άκου εις άκρον στο φρούριο ήχησαν οι σάλπιγγες, οι φρουροί ξύπνησαν και αρπάζοντας τον τρομαγμένο Ιβάν τον έσυραν μπροστά στον εξοργισμένο Τσάρο Άφρον.
-Ποιος είσαι σύ και από πού κρατάει η σκούφια σου;
-Είμαι ο γιος του Τσάρου Φεραπόντ, ο Ιβάν Τσάρεβιτς.
-Α!, τι ντροπή! Ο γιος ενός τσάρου να βγαίνει για να κλέψει!
-Ναι, αλλά το δικό σας πουλί έρχεται στον κήπο μας και τον καταστρέφει.
-Αν είχες έρθει όμως, σε εμένα θα σου έδινα συμβουλές και μόνο από σεβασμό προς τον πατέρα σου τσάρο Φεραπόντ. Τώρα, με την πράξη σου αυτή πρόσβαλες ολόκληρη την πόλη μου… και για να εξιλεωθείς θα πρέπει να κάνεις αυτό που θα σου πω. Ο τσάρος Κούσμαν έχει ένα άλογο με χρυσή χαίτη. Αν το φέρεις εδώ τότε εγώ θα σου δώσω και το πουλί και το κλουβί του.
Ο Ιβάν Τσάρεβιτς, τρέμοντας κυριολεκτικά πήγε να βρει το γκρίζο λύκο που μόλις τον αντίκρισε του είπε:
-Σου είπα να μην ακουμπήσεις το κλουβί! Γιατί δεν μ΄ άκουσες;
-Σε ικετεύω γκρίζε λύκε, σε ικετεύω, τον παρακαλούσε ο μικρός.
-Καλά, εντάξει ανέβα στην πλάτη μου, πιάσε το σκοινί και μην διαμαρτυρηθείς καθόλου.
Ξεκινάει τότε ο γκρίζος λύκος να τρέχει, με την ίδια και μεγαλύτερη ταχύτητα και τον Ιβάν στην πλάτη του. Σύντομα έφθασαν στο άλλο φρούριο που ο τσάρος είχε κλεισμένο το άλογο με τη χρυσή χαίτη και ο λύκος είπε στον Ιβάν:
-Ιβάν, ανέβα στα τείχη τώρα που όλοι οι φρουροί κοιμούνται. Πήγαινε στο στάβλο και πάρε το άλογο με τη χρυσή χαίτη, αλλά πρόσεξε μην ακουμπήσεις το χαλινάρι!.
Έτσι έκανε ο Ιβάν. Φτάνοντας όμως στο στάβλο κοίταξε το χαλινάρι και διαπίστωσε ότι ήταν φτιαγμένο από λογιών λογιών διαμάντια και ρουμπίνια. Θαμπωμένος από τη λάμψη τους μπήκε στον πειρασμό για μια ακόμη φορά. Αλλά σαν το άγγιξε, ήχοι από σάλπιγγες αντήχησαν σ΄ όλο το φρούριο, οι φρουροί πετάχτηκαν με μιας και αρπάζοντας τον Ιβάν τον οδήγησαν μπροστά στον Τσάρο Κούσμαν.
-Ποιος είσαι σύ και από πού κρατάει η σκούφια σου;
-Είμαι ο γιος του Τσάρου Φεραπόντ, ο Ιβάν Τσάρεβιτς.
-Α!, Τι κουτουράδα! Ο γιος ενός τσάρου να κλέβει ένα άλογο! Ακόμη και ένας αγρότης θα συμφωνούσε μ΄ αυτό. Αλλά εντάξει θα σε συγχωρήσω αν κάνεις ότι σου πω. Ο Τσάρος Νταλμάτ έχει μια πεντάμορφη κόρη, την Έλενα Πρεκράσναγια. Πήγαινε να μου τη φέρεις και εγώ θα σου δώσω το άλογο με τη χρυσή χαίτη και το χαλινάρι του μαζί.
Απελπισμένος, όσο ποτέ άλλοτε, ο Ιβάν τρέχει αμέσως στο γκρίζο λύκο.
-Τι σου είπα Ιβάν Τσάρεβιτς; Να μην αγγίξεις το χαλινάρι! Εσύ όμως δεν με άκουσες πάλι.
-Σε ικετεύω γκρίζε λύκε, σε ικετεύω, τον παρακαλούσε ο μικρός.
-Καλά, καλά... με ικετεύεις.. εντάξει ανέβα στην πλάτη μου.
Ξανά ο γκρίζος λύκος αρχίζει ένα ξέφρενο ταξίδι και πολύ γρήγορα φθάνουν στο φρούριο του Τσάρου Νταλμάτ. Στον κήπο εκείνη την ώρα έκαναν βόλτα η Έλενα με τη μητέρα και τη νταντά της.
-Αυτή τη φορά δεν θα πας εσύ Ιβάν. Θα πάω εγώ ο ίδιος και θα γυρίσουμε με τον ίδιο τρόπο που ήρθαμε. Περίμενέ με εδώ, είπε ο γκρίζος λύκος και ξεχύθηκε στα τείχη. Όταν έφθασε στον κήπο κρύφτηκε πίσω από ένα θάμνο παρακολουθώντας τις τρεις γυναίκες. Την ώρα που σταμάτησαν μπροστά του ο λύκος άρπαξε τη Έλενα, πήδηξε τα τείχη και τράπηκε σε φυγή. Ο Ιβάν περπατώντας έξω από το κάστρο βλέπει το λύκο να καταφθάνει έχοντας στην πλάτη του την Έλενα. Χάρηκε πολύ μα την αλήθεια, αλλά ο λύκος δεν του έδωσε καιρό για πανηγυρισμούς.
-Ανέβα γρήγορα, γιατί θα μας προλάβουν, του είπε και όρμηξε μακριά από το σπίτι του Τσάρου.
Τρέχοντας μανιασμένα στο δάσος, που έμοιαζε γαλάζιο από την ταχύτητα καθώς διέσχιζαν λίμνες και ποταμούς, έφθασαν πολύ γρήγορα στο άλλο κάστρο, του τσάρου Κούσμαν. Όταν ο λύκος σταμάτησε την ξέφρενη κούρσα του γύρισε και κοίταξε τον Ιβάν και τον ρώτησε:
-Για ποιο λόγο Ιβάν Τσάρεβιτς, φαίνεσαι τόσο λυπημένος;
-Και γιατί να μην είμαι λύκε; Πώς μπορώ να αποχωριστώ με τέτοια ομορφιά; Πώς μπορώ να ανταλλάξω την Έλενα Πρεκράσναγια για ένα άλογο;
-Δεν θα σου στερήσω μια τέτοια ομορφιά, Ιβάν, θα πάρω την όψη της Έλενας, και θα με πας στο τσάρο.
Έκρυψαν, λοιπόν την όμορφη κοπέλα στα φυλλώματα του πυκνού δάσους και ο γκρίζος λύκος γυρνώντας το κεφάλι του, μεταμορφώθηκε σε ένα πλάσμα ίδιο και απαράλλακτο με την Έλενα. Ο Ιβάν τον έπιασε από το χέρι και τον οδήγησε στον Τσάρο Κούσμαν. Εκείνος χάρηκε τόσο πολύ και άρχισε να του λέει:
-Σ΄ ευχαριστώ, Ιβάν Τσάρειβιτς, που μου ΄φερες τη νύφη. Δικό σου το άλογο με τη χρυσή χαίτη, δικό σου και το χαλινάρι του.
Ο Ιβάν ανέβηκε στο άλογο και τράβηξε να βρει την Έλενα. Την ανέβασε κι αυτήν στο άλογο και τράβηξαν το δρόμο τους για το κάστρο του Τσάρου Άφρον. Ο τσάρος Κούσμαν γιόρτασε το γάμο του όλη τη μέρα κι όταν νύχτωσε πήγε να ξαπλώσει. Τι έκπληξη όμως δοκίμασε όταν ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια διαπίστωσε ότι στη θέση της όμορφης νύφης στεκόταν ένας γκρίζος λύκος! Ο τσάρος κινήθηκε επιθετικά προς το λύκο, αυτός όμως με έναν πήδο εξαφανίστηκε μακριά προφταίνοντας τον Ιβάν και την Έλενα.
Μόλις όμως είδε το σκυθρωπό πρόσωπο του Ιβάν τον ρώτησε
-Γιατί είσαι πάλι τόσο λυπημένος Ιβάν;
-Πώς μπορώ να μην είμαι λυπημένος; Δεν είναι λυπηρό να ανταλλάξω ένα τέτοιο χαλινάρι και ένα άλογο με χρυσή χαίτη για ένα χρυσό κλουβί και το πουλί- κλέφτη;
-Έχεις δίκιο, θα σε βοηθήσω ξανά.
Και ταξίδεψαν μέχρι το κάστρο του Τσάρου Άφρον. Εκεί ο γκρίζος λύκος είπε στον Ιβάν να κρύψει το άλογο και την Έλενα και γυρνώντας το κεφάλι του μεταμορφώθηκε σε άλογο με χρυσή χαίτη. Ο Ιβάν τον πήρε και τον παρέδωσε στον ενθουσιασμένο τσάρο Άφρον που παρέδωσε το κλουβί και το πουλί στα χέρια του Ιβάν. Εκείνος επιστρέφοντας στο δάσος ανέβηκε στο άλογο με την Έλενα και ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής.
Μέσα στο κάστρο ο τσάρος διέταξε τους φρουρούς του να φέρουν το άλογο κοντά του. Μα σαν έκανε να ανέβει επάνω του, εκείνο πήρε τη μορφή του γκρίζου λύκου. Πριν προλάβει ο τσάρος να καταλάβει τι συμβαίνει, ο λύκος χάθηκε μακριά φτάνοντας τον Ιβάν.
-Και τώρα Ιβάν σε αποχαιρετώ, δεν επιτρέπεται να προχωρήσω από εδώ και πέρα.
Ο Ιβάν Τσάρεβιτς γονατίζοντας με σεβασμό ευχαρίστησε το λύκο και μετά του είπε:
-Δεν θα χωρίσουμε ποτέ πια. Θα σε καλέσω πάλι να με βοηθήσεις. Άλλωστε μέχρι τώρα ικανοποίησες όλες τις επιθυμίες μου.
Ανεβαίνοντας στο άλογο με την Έλενα, το πουλί και το χρυσό κλουβί ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Είχαν μαζί τους μόνο λίγο ψωμί και νερό έπιναν από τα ποτάμια. Όταν σταμάτησαν να ξαποστάσουν, ξάπλωσαν στη χλόη και ο Ιβάν αποκοιμήθηκε. Ξαφνικά εμφανίστηκαν τα μεγαλύτερα αδέλφια του που γυρνούσαν με άδεια χέρια. Σαν είδαν την Έλενα και τα πλούτη που κουβαλούσε ο μικρός Ιβάν, θαμπώθηκαν, ζήλεψαν και αποφάσισαν να τον σκοτώσουν και να τα πάρουν όλα. Σκότωσαν λοιπόν τον Ιβάν, πήραν το χρυσό κλουβί και το πουλί-κλέφτη και έβαλαν την Έλενα επάνω στο άλογο με τη χρυσή χαίτη, απειλώντας την να μην ξεστομίσει τίποτα μπροστά στον πατέρα τους.
Ένα ζευγάρι κοράκια πετούσε ήδη πάνω από το πτώμα του άτυχου Ιβάν, όταν εμφανίσθηκε ο γκρίζος λύκος. Αρπάζοντας τη γυναίκα του κόρακα του λέει:
-Πέτα, κράξε, για το νερό της ζωής και του θανάτου. Φέρε μου το νερό της ζωής και το νερό του θανάτου, κι εγώ θα αφήσω ελεύθερη τη γυναίκα σου.
Ο κόρακας πέταξε και σχεδόν αμέσως έφερε στο γκρίζο λύκο το νερό της ζωής και το νερό του θανάτου. Ο λύκος καθάρισε με το νερό του θανάτου τις πληγές του Ιβάν που θεραπεύτηκαν με μιας. Μετά τον έλουσε ολόκληρο με το νερό της ζωής και ο μικρός αναστήθηκε.
-Ω, πόσο βαριά κοιμήθηκα!, είπε μόλις άνοιξε τα μάτια του.
-Θα είχες κοιμηθεί ακόμα πιο βαριά, αν δεν σε είχα καταβρέξει με το νερό της ζωής και το νερό του θανάτου! Τ΄ αδέλφια σου σε σκότωσαν και πήραν όλα αυτά που είχες κερδίσει. Αυτή τη στιγμή μάλιστα ο ένας από αυτούς παντρεύεται την Έλενα Πρεκράσναγια.
Όπως πάντα μαζί, ο γκρίζος λύκος και ο Ιβάν ξεχύθηκαν στο δάσος και σε λίγα λεπτά έφθασαν στο σπίτι του Τσάρου Φεραπόντ. Μπαίνοντας στο κάστρο η Έλενα ξαφνιάστηκε και έτρεξε προς το μέρος τους και δείχνοντας τον Ιβάν φώναξε:
-Αυτός είναι ο αληθινός άντρας μου, ο Ιβάν! Κι όχι αυτός ο σατανικός αδελφός του που κάθεται εκεί!
Η Έλενα εξιστόρησε στον τσάρο τις περιπέτειές τους, το πώς σκότωσαν τον Ιβάν αλλά και τις απειλές που δέχθηκε ώστε να μη μιλήσει. Εκείνος εξοργισμένος έριξε τους μεγάλους γιούς του στο μπουντρούμι και πάντρεψε τον Ιβάν Τσάρεβιτς με την Έλενα Πρεκράσναγια κι έζησαν αυτοί καλά και ο λύκος καλύτερα.


Έχει επεξεργασθεί από τον/την Alex στις Τρι 1 Απρ - 17:02:23, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Τετ 2 Ιαν - 18:44:41

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥ
Granville Holt / Muldrow, Oklahoma


Τη νύχτα δεν καλεί το σύντροφό του,
ούτε με το γέμισμα του φεγγαριού από ένστικτο ουρλιάζει.
Το πεπρωμένο μοιρολογάει το τραγούδι του.
Μοναχική ράτσα, μοναχική παγανιά.

Μόνοι στο άγριο δάσος∙ σπίτι τους.
Φύλακες των ξωτικών
στέκουν περήφανα στις βουνοκορφές,
τριγυρνώντας σαν σκιές∙ ελεύθεροι.

Ψίθυρος τα σιωπηλά τους βήματα.
Αστραπές που διαβαίνουν τα λιβάδια.
Πανάρχαιοι μάρτυρες σε ηπειρωτικό ταξίδι.
Προσκυνητές της άγριας φύσης κάτω από τ΄ αστέρια.

Άρχοντες της νύχτας τυλιγμένοι στη μεταξωτή τους γούνα∙
Υπέροχη! κόκκινη, γκρι και λευκή.
Φημισμένος σ΄ όλο τον κόσμο, μεγαλοπρεπής, ευγενής.
Από την Αλάσκα μέχρι την Αραβία ένα δέος στη θωριά του.




ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

http://img179.imageshack.us/img179/2760/anemologitesjb5.jpg
__________________________________
Η παρούσα απόδοση αποτελεί ερασιτεχνικό εγχείρημα. Οι πρωτότυποι στίχοι είναι έμμετροι και μπορείτε να τους απολαύσατε στην αγγλική στην παρακάτω διεύθυνση.
http://www.wolfsongalaska.org/wolf_poem_wolf_song.html[/color]
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
Alex

avatar

Θηλυκό Αριθμός μηνυμάτων : 65
Ηλικία : 55
ΤΟΠΟΣ : ΑΘΗΝΑ
Registration date : 30/10/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ   Τρι 1 Απρ - 17:14:38

Η γάτα που έγινε βασίλισσα

Παραμύθι από το Κασμίρ
Ινδία


«Ω! Ω! Τι κακό κι αυτός ο γάμος μου με όλες αυτές τις γυναίκες; Δεν θα αποκτήσω ποτέ τελικά ένα γιο, να με διαδεχθεί; Πρέπει δηλαδή να πεθάνω, και το όνομά μου να ξεχαστεί από τη γη;».
Αυτά μονολογούσε ένας από τους μεγαλύτερους μονάρχες που βασίλεψαν ποτέ στο Κασμίρ, βαδίζοντας προς το «ζανάνα» του, το διαμέρισμα δηλαδή που ζούσαν οι σύζυγοί του. Όταν έφθασε εκεί άρχισε να απειλεί τις πολυάριθμες γυναίκες του, πως αν και τούτη τη χρονιά δεν γεννήσουν ένα γιο θα τις εξορίσει!
Οι γυναίκες που το πήραν τότε πολύ σοβαρά το ζήτημα, άρχισαν να προσεύχονται στο θεό Σίβα να τις βοηθήσει να εκπληρώσουν την επιθυμία του βασιλιά. Καρτερώντας με αγωνία αρκετούς μήνες κάθε φορά διαπίστωναν ότι ήταν μάταιο. Κι επειδή επιθυμούσαν να μείνουν στην οικογένεια του βασιλιά εκείνος δεν έπρεπε να το μάθει. Τελικά κάποια στιγμή ο βασιλιάς έλαβε το μαντάτο ότι μια από τις συζύγους του ήταν έγκυος και λίγο αργότερα ότι έφερε στον κόσμο μια πριγκίπισσα. Όμως τίποτε απ΄ αυτά δεν ήταν πραγματικότητα. Η αλήθεια ήταν ότι μια γάτα είχε γεννήσει πολλά γατάκια, το ένα από τα οποία υιοθέτησαν οι βασιλικές σύζυγοι.
Όταν η μεγαλειότητά του άκουσε τις ειδήσεις πέταξε στα ουράνια από την ευτυχία και έδωσε εντολή, όπως αναμενόταν, να του φέρουν το παιδί. Οι γυναίκες ήταν προετοιμασμένες για το ενδεχόμενο αυτό και έστειλαν με τον αγγελιοφόρο στο βασιλιά το εξής μήνυμα: «Οι Βραχμάνοι είπαν ότι το παιδί αυτό δεν πρέπει να το γνωρίσει ο πατέρας του μέχρι τη μέρα του γάμου της!». Έτσι για κάμποσα χρόνια τα πράγματα ησύχασαν.
Ο βασιλιάς βέβαια ενημερωνόταν συνέχεια για τις προόδους της .. κόρης του, για την ευφυΐα της και την ομορφιά της, που σύγκριση δεν είχαν. Κατά βάθος εκείνος επιθυμούσε ένα γιο, αλλά αφού ο Θεός δεν είχε ικανοποιήσει ακόμη την επιθυμία του, ανακουφιζόταν με τη σκέψη ότι η κόρη του θα παντρευτεί έναν άξιο νέο, ικανό να τον διαδεχτεί στη διακυβέρνηση της χώρας.
Έτσι, σαν έφτασε ο καιρός, ανέθεσε στους συμβούλους του να βρουν τον καταλληλότερο γαμπρό για τη μονάκριβη θυγατέρα του. Πολύ σύντομα, βρέθηκε ένας έξυπνος, καλός και όμορφος πρίγκιπας και οι ετοιμασίες για το γάμο προχωρούσαν. Τι θα σκαρφίζονταν τώρα οι γυναίκες του βασιλιά; Ήταν μάταιο να συνεχίσουν να τον κοροϊδεύουν. Ο γαμπρός θα ερχόταν και θα απαιτούσε να δει την πριγκίπισσα. Αλλά και ο βασιλιάς, που περίμενε τόσα χρόνια, το ίδιο θα ζητούσε.
«Καλύτερα», σκέφτηκαν εκείνες, «να το μάθει πρώτα ο πρίγκιπας. Έτσι θα κερδίσουμε κι άλλο χρόνο κι έχουμε και περισσότερες πιθανότητες να μην αποκαλυφθούμε. Ας μην απασχολήσουμε ποτέ το βασιλιά. Κάτι μπορεί να συμβεί και να «κουκουλωθεί» το ζήτημα». Έτσι έστειλαν αγγελιοφόρο στον πρίγκιπα εξιστορώντας τα πάντα, αφού πρώτα τον έβαλαν να ορκιστεί πως δεν θα αποκαλύψει σε κανέναν και ποτέ το μεγάλο μυστικό.
Ο γάμος γιορτάστηκε σ΄ όλη τη χώρα με μεγάλες τιμές. Όλοι οι βασιλιάδες της περιοχής παρέστησαν στην τελετή και ο βασιλιάς συγκρατήθηκε να μην μπει στην κλειστή άμαξα που μετέφερε τη θυγατέρα του. Άλλωστε, μόνο η γάτα ήταν εκεί μέσα, που ταξίδεψε στη χώρα του πρίγκιπα με άκρατη μυστικότητα. Ο πρίγκιπας παρέλαβε το ζώο και το κράτησε κλειδωμένο στο δωμάτιό του, αφού δεν έπρεπε να πει την αλήθεια, ακόμη και στην ίδια του τη μητέρα.
Μια ημέρα, όμως, και ενώ εκείνος έλειπε μακριά, η μητέρα του αποφάσισε να πάει να μιλήσει στη νύφη της, έστω κι έξω από το κλειδωμένο δωμάτιο.
«Ω! Νύφη μου» της φώναξε, «λυπάμαι πολύ που είσαι κλειδαμπαρωμένη εκεί μέσα και δεν μπορείς να δεις κανέναν. Πρέπει να είναι πολύ άσχημο για σένα. Σήμερα, όμως, μπορείς να αφήσεις το δωμάτιο χωρίς να φοβάσαι τίποτε. Θα βγεις;»
Η γάτα τα κατάλαβε όλα, και έκλαψε πολύ, λες και ήταν άνθρωπος. Ω! εκείνα τα πικρά δάκρυα! Τόσο πολύ διαπέρασαν την καρδιά της πεθεράς της, που αποφάσισε να μιλήσει πολύ αυστηρά στο γιο της για το θέμα, μόλις επέστρεφε.
Τα κλάματα της γάτας έφθασαν όμως, ακόμη και στα αυτιά της Παρβάτι, της γυναίκας του Σίβα, που ζήτησε αμέσως από τον άντρα της να δείξει έλεος στη φτωχή και αδύναμη γάτα! «Πέστε της» είπε τότε ο Σίβα, «να τρίψει καλά τη γούνα της με το λάδι που θα βρει αυτή τη στιγμή στο δωμάτιό της και θα γίνει μια πεντάμορφη γυναίκα».
Η Παρβάτι δεν έχασε χρόνο. Εμφανίστηκε με μιας μπροστά στη γάτα και της ανακοίνωσε τις αποφάσεις του Σίβα που θα την έκαναν πολλή ευτυχισμένη. Η γάτα έτριψε καλά-καλά το σώμα της με το λάδι και όταν τέλειωσε μεταμορφώθηκε στην πιο όμορφη γυναίκα που είχε γεννηθεί ποτέ. Έξυπνη όμως, άφησε σε ένα σημείο κοντά στον ώμο της, να υπάρχει ακόμη γούνα, μη τυχόν και ο πρίγκιπας νομίζει ότι τον παγίδευσαν και την αρνηθεί.
Όταν γύρισε εκείνος το βράδυ και αντίκρισε την όμορφη σύζυγό του κολύμπησε σε πελάγη ευτυχίας. Τώρα μπορούσε πια να υποκύψει στην επιθυμία της μητέρας του και να της παρουσιάσει τη γυναίκα του.
Λίγο καιρό αργότερα ο πρίγκιπας επισκέφθηκε τον πεθερό του, που φυσικά θεωρούσε τη μεταμορφωμένη γάτα, κόρη του. Η ευτυχία του ήταν μεγάλη! Αλλά και οι σύζυγοί του χάρηκαν πολύ, αφού οι προσευχές τους έπιασαν τόπο και σώθηκαν και οι ίδιες. Πολύ σύντομα ο βασιλιάς άφησε στο πόδι του το γαμπρό του, που έγινε ο καλύτερος και πλουσιότερος άρχοντας που πέρασε ποτέ και για τα δύο κράτη.

Πηγή: J. Hinton Knowles, λαϊκές ιστορίες του Κασμίρ (Λονδίνο: Kegan Paul, Trench, Trubner and Company, 1893), σ.σ. 8-10
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://gefyrismoi.blogspot.com/
 
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΛΑΩΝ
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
ANEMOΛΟΓΙΤΕΣ :: ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ :: ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ-
Μετάβαση σε: